Φρέσκα

«Καθ’ Οδόν»…43 χρόνια πριν – Μια υψηλού επιπέδου έκδοση στο Μπραχάμι

του Χρήστου Πιπίνη

 

Πριν από 41 περίπου χρόνια έγινε μια προσπάθεια να εκδοθεί ένα πολιτικό-πολιτιστικό τοπικό περιοδικό. Η παρέα που το ξεκίνησε είναι οι πρόδρομοι των σημερινών IMAGINISTES ο πυρήνας των οποίων -και με την προσθήκη νεότερων- παραμένει από τότε αμετάβλητος. Ευτυχώς, δόξα στον Γιαραμπή είναι ακόμα ζωντανοί, μάχιμοι, αισιόδοξοι, “παραμένοντες εν πλήρη συγχύσει αθώοι”.

Το “Καθ’ Οδόν”, όπως ονομάστηκε το περιοδικό, ήταν μια πρωτοπόρα προσπάθεια από μια παρέα παιδικών φίλων, ενεργών πολιτών αγαπημένων μεταξύ τους, που θέλοντας να ταράξουν “τα λιμνάζοντα νερά των ρεμάτων του Μπραχαμίου μα και των μαλθακών μας συνειδήσεων…” αποφάσισαν να “εκδοθούν” στην πόλη όπου ζούσαν, την οποία ονειρεύονταν διαφορετική από αυτό που στην πραγματικότητα ήταν…

Αξιολογώντας το περιοδικό με τα σημερινά μας μάτια, διαπιστώνουμε ότι επρόκειτο για ένα εξαιρετικά ποιοτικό και άκρως ενδιαφέρον έντυπο, κατά πολύ ανώτερο των απαιτήσεων του συνοικιακού χώρου που βίωναν καθημερινά.

Σήμερα παρουσιάζουμε το εξώφυλλο του εντύπου. Λιτό, ασπρόμαυρο με «πονηρό» σχεδιάκι!

Σκοπεύουμε να αναδημοσιεύσουμε πολλά από τα κείμενα του, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουμε στην αναζήτηση της ιστορικότητας και της συνέχειας που έχει ανάγκη η συνοικία.

Με την ανάγνωση  θα διαπιστώσουμε, 43 χρόνια μετά, τη φρεσκάδα, την αναλυτική σκέψη, την προσεγμένη γραφή, την ποικιλία των θεμάτων, την αισθητική αντίληψη, τη σφαιρικότητα των προσεγγίσεων, καθώς φυσικά και την επικαιρότητα των γραφομένων, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως “όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν”.

Το “Καθ’ Οδόν” γράφτηκε, σχεδιάστηκε, τυπώθηκε και φυσικά πληρώθηκε, χωρίς καμία βοήθεια, από την τσέπη της παρέας των συμμετεχόντων. Λόγω δε της γνωστής και μόνιμης αφραγκίας που ρύθμιζε τη ζωή τους, δεν κατάφερε -παρά τα όνειρα και τις υπεραισιόδοξες βλέψεις για δίμηνη έκδοση- να σταυρώσει δεύτερο τεύχος.

❀❀❀

Δυο λόγια… για τον τίτλο του περιοδικού από τον τότε υπεύθυνο, «σύμφωνα με τον νόμο»!, έκδοσης, Βαγγέλη Γκουγκουλή

«Για το τίτλο ψάχναμε. Συζητούσαμε για κάτι που θα παρέπεμπε σε πορεία, σε αναζήτηση. Όχι όμως λέξεις, φράσεις, ξύλινες και στείρες. Ο κύκλος της μεταπολίτευσης με την έντονη “πολιτικοποίηση” είχε κλείσει.

Ξαναγυρνάγαμε ένας-ένας στο χώρο μας, στη γειτονιά μας, στο φυσικό μας χώρο δηλαδή. Αυτό που χαρακτήριζε και μας κράταγε μέχρι τότε στη γειτονιά, ήταν το καφενείο του Σαΐνη, η πλατεία, ο ΚΡΟΝΟΣ, η ΜΠΑΡΤΣΑ και πάνω απ΄ όλα οι καλές ταβέρνες.

Η κοινωνικότητά μας -σχεδόν- τέλειωνε σ΄ αυτά. Ούτε γκόμενες, ούτε έρωτες με τις όμορφες κοπέλες της πόλης. Τίποτα… αλλού πας, τρως και πίνεις κι αλλού πας και το δίνεις…

Θέλαμε λοιπόν να γίνει κάτι που να έχει δυναμική συσπείρωσης, συνεύρεσης.

Θέλαμε να βοηθήσουμε τη νέα -τότε- Δημοτική Αρχή (αυταπάτη;… ίσως), να ξεκολλήσει από τους υπονόμους, το ληξιαρχείο, το πρωτόκολλο, το νεκροταφείο, τα Παναγούλεια. Με καλή πρόθεση. Πάντα είχαμε καλή πρόθεση γαμώ την καλοσύνη μας. Σας διαβεβαιώνω γι’ αυτό…

Άνεργοι ήμασταν (όπως οι περισσότεροι νέοι ). Δεν ζητήσαμε τίποτα. Βιώναμε την περιβόητη πασοκική δεκαετία του ‘80, παραμένοντας συνειδητά στην απ΄ έξω. Ο νοών νοείτω…

Έτσι είχε το πράγμα.

Ψάχναμε για τίτλο λοιπόν. Παιδιά του δρόμου ήμασταν -και είμαστε δηλαδή… Στο δρόμο ψάχναμε. Επηρεασμένοι λίγο κι απ’ το αριστούργημα της beat λογοτεχνίας του Κέρουακ “ON THE ROAD”… στο δρόμο, διέλευση… καθ΄οδόν… Αυτό ήταν, μας έκατσε. Το θέλαμε και λίγο μόρτικο και λίγο λογοτεχνικό.
Αυτό ήταν! ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ θα τους (τις) βρούμε… ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ θα μας βρούνε.

Πιστέψαμε και πιστεύουμε ότι ήταν τομή ζόρικη για την κοινωνία μας. Για κοιτάξτε τα θέματα και το περιεχόμενό τους… Εξαιρετικά!! Για τον πολιτισμό στην πόλη μας, το θέατρο, τη μουσική, τον αθλητισμό, τους τρυφερούς στίχους φίλων και συμπολιτών. Ακόμα και τώρα ωχριούν μπροστά τους ανάλογα κείμενα, αναλύσεις, επιφυλλίδες και δε συμμαζεύεται…

Συγγνώμη για την έπαρση, αλλά αναφερθήκαμε πριν τριάντα χρόνια για ζητήματα που ακόμη μας λερώνουν… Λέγαμε ότι θ΄ ανασαίναμε λίγο… Φωτιά στα μπατζάκια μας…

Πέρναγα κάθε μέρα απ’ το βιβλιοπωλείο του Κοτζιά…Τζίφος. Στημένος στο τηλέφωνο μπας και… Τίποτα. Ιεχωβάδες που λέει κι ο Βασίλης…

Αυτά για το τίτλο και τη γλυκιά, μικρή μας περιπέτεια…

Σαράντα τόσα χρόνια πριν…»