Το μούλικο
Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες από τους imaginistes»
του Χάρη Κατσιμίχα
Η πρώτη δουλειά που έπιασε η Βαγγελιώ όταν έφτασε απ’ το νησί της στον Πειραιά, ήταν ψυχοκόρη σε κάποιο πλουσιόσπιτο. Δεν έμεινε ούτε δύο μήνες εκεί. Βλέπεις το αφεντικό, κάθε φορά που γλιστρούσε τη νύχτα στην καμάρα της, ζητούσε όλο και περισσότερα
Κι έτσι το ορφανό βρέθηκε εργάτρια στου Παπαστράτου. Είκοσι – είκοσι τις είχαν να κοιμούνται σε κουκέτες, σε κάτι κρύους θαλάμους.

Κρήτη, Άγιος Νικόλαος, 1920
Ξυπνούσαν χαράματα και έπιαναν δουλειά, δώδεκα ώρες σερί
Μετά πήγε αλλού κι αλλού και προκοπή δεν έβλεπε, μέχρι που άκουσε για την Τρούμπα και για τα καλά λεφτά που είχε η κονσομασιόν
Άσχημη δεν ήταν η Βαγγελιώ. Τη σενιάρανε κιόλας στο καμπαρέ, της ράψανε δύο τρία φουστανάκια, μια παλιότερη της έμαθε τα βασικά, πως να βάφεται, πως να χτενίζεται και τα λοιπά και πριν το πολυκαταλάβει, πέρασαν δεκατέσσερις μήνες.
Όταν έμεινε έγκυος από αυτόν τον αληταρά που της είχε πέσει από δίπλα, κατάλαβε ότι είχε δύο δρόμους.
Η να γίνει πουτάνα και να την καταπιούν τα μπορντέλα η να φύγει.
Διάλεξε το δεύτερο.
Ένα πρωί, αξημέρωτα, μάζεψε τα μπογαλάκια της, πήρε αγκαλιά το μωρό και με το πρώτο βαπόρι, γύρισε το νησί της.
Και το μούλικο ο Κωνσταντής;
Σήκωνε κι αυτός, το δικό του σταυρό.
Ουαααα, μούλεεεε (τα παιδιά)
Τράβα πάρε μας τσιγάρα ρε μούλε!
(οι μεγάλοι)
Όλοι το προγκούσαν το δόλιο.
Και σα μην έφταναν αυτά, όσο μεγάλωνε τόσο πιο παράταιρο φάνταζε μεσ’ τη μικρή κοινωνία του χωριού. Ξανθά, ολόισια, σκληρά μαλλιά (σαν ταβανόβουρτσα) πεταχτά ζυγωματικά και σχιστά πράσινα μάτια. Σαν τη μύγα μέσ’ το γάλα ήταν. Παρ όλα του τα βάσανα όμως, δεν το χε σκοπό να γίνει αγρίμι, να ξεστρατίσει και να τον φάνε τα μαύρα σκοτάδια. Είχε πάρει απ’ τη μάνα του. Ήταν ξύπνιος.
Κι έτσι, έβαλε μπρος τα μεγάλα κόλπα. Ένα πρωί στο σχολείο, έτσι στα καλά του καθουμένου, κοκκάλωσε, τα μάτια του γύρισαν ανάποδα και το χρώμα του έγινε σταχτί. Όταν ο δάσκαλος πήγε να τον αγγίξει, από τα ακίνητα χείλη του Κωσταντή βγήκε μια λεπτή, εφηβική φωνή : » Είσαι ο Κωσταντής! Είσαι ο Κωσταντής ο αγαπημένος μου! Πήγαινε τώρα στην εκκλησία, να ανάψεις το καντήλι σ’ εμένα τον προστάτη σου, τον Άγιο Μάμα! «

Konstantinos Manos, probably about 1950
Ο Κωσταντής σηκώθηκε και υπνωτισμένος όπως ήταν, βγήκε στην αυλή και τράβηξε κατά την εκκλησία. Κανένας δεν τόλμησε να τον εμποδίσει. Ούτε παιδί, ούτε δάσκαλος, ούτε κανένας. Είχαν κοκκαλώσει. Όταν τον είδαν αργότερα να επιστρέφει ροδοκόκκινος και χαμογελαστός, πάλι δεν τόλμησαν να τον ρωτήσουν. Εξάλλου ο Κωσταντής.. δε θυμόταν τίποτα.
Αυτό ήταν το πρώτο του θαύμα και δε χρειάζεται να εξηγήσουμε πως γινόταν να μιλάει, χωρίς να κουνάει χείλια. Ήταν εγγαστρίμυθος από γεννησιμιού του και δεν το γνώριζε ούτε η μάνα του, η Βαγγελιώ.
Με τον καιρό, ακολούθησαν κι άλλα, πολλά και θαυμαστά.
Ο ευνοούμενος του Αγίου Μαμα, έγινε ο σαμάνος του μικρού χωριού. Τι ανύπαντρες κοπελιές του έφερναν να τις αγγίξει για να καλοπαντρευτούν… τι μικροπαντρεμένες να τις ευλογήσει, για να είναι καρπερές.. τι στη σπορά να ευλογήσει τη γη, τι.. τι.. τι.. Ο Άγιος του Κωσταντή, δε χαλούσε το χατήρι κανενός.
Έκανε βέβαια και σοβαρότερα θαύματα. Κρίσιμα και εντυπωσιακά. Τους προειδοποιούσε ,για παράδειγμα, κάποτε, επί μήνες, αφού βέβαια έπεφτε πρώτα στο απαραίτητο trans :
«Τη φωτιά! Να προσέχετε τη φωτιά!» και όταν έπιασαν τα μελτέμια πήγε στην άλλη πλευρά του νησιού ,νύχτα, έβαλε φωτιά σε κάτι πουρνάρια και να τη η φωτιά σε 2 ωρες, να γλύφει τα πρώτα σπίτια του χωριού! «Είδες;» Έλεγαν οι χωριάτες και σταυροκοπιούνταν. «Είδες που μας τα’ λεγε ο Κωσταντης?
Το μούλικο δεν υπήρχε πια. Είχε από όλους ξεχαστεί. Τώρα ήταν ο σωτήρας τους.
Όμως το μεγαλύτερο, το λαμπρότερο και το πιο συγκλονιστικά θαύμα, τους το φύλαγε ο Κωσταντής για το τέλος. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, μπούκαρε ο μπαγάσας μαύρα μεσάνυχτα στο ιερό της εκκλησίας, έκλεψε το δισκοπότηρο, πήγε και το θαψε στη ρίζα μιας ελιάς στην κορφή του λόφου και ύστερα γύρισε στο τσαρδί του κι έκανε το κουνέλι.
Δύο χρόνια αργότερα, έπεσε τ ανάσκελα στη μέση της πλατείας, έβγαζε αφρούς (λίγο πράσινο σαπούνι από το πλυσταριό της μάνας του είχε κρύψει στο στόμα) χτυπιόταν σαν το ψάρι και φώναζε : «Κωσταντηηηηηη! Πήγαινε να τους δειξεις που είναι το δισκοπότηροοοοο! Και όπου το βρείτε, θα μου φτιάξετε εκκλησίααααααα! Ακούς Κωσταντηηηηηηή; » Σηκώθηκε το μούλικο και μπροστά αυτό (με τα χέρια τεντωμένα) ξωπίσω του όλο το χωριό, έφτασε στη ρίζα της ελιάς κι όταν έφτασε, έπεσε κάτω και κατουρήθηκε. Όταν ξύπνησε, τους είπε «εδώ να σκάψτε. Εδώ μου είπε ο Άγιος!» Έσκαψαν οι χωριάτες, βρήκαν το δισκοπότηρο και η επόμενη γιορτή του Αγίου, γιορτάστηκε στην εκκλησία του. Τόσο γρήγορα του την έχτισαν.

Πάσχα στην Ανάφη
Κι ο Κωσταντής;
Μεγάλωσε πια ο δόλιος, έγινε παλληκαράκι κι έφυγε για φαντάρος. Ύστερα μπαρκάρισε στα καράβια και μην τον ξανάδατε! Ξεμπάρκαρε σε κάποια πλούσια χώρα της Αραπιάς, έκανε πατρίδα εκεί, και έγινε έμπορος στα ασήμια, τα χρυσάφια, τα λιβάνια και τα μυρωδικά που έχουν οι εκκλησίες. Τα έστελνε στην παλιά του πατρίδα και τα πουλούσε μισοτιμής σ όλες τις μονές και τις αρχιεπισκοπές της χώρας. Πρόκοψε.
Ήταν πεζεβέγκης; Ήταν αθεόφοβος;
Τι ήταν; Βάλε ότι θες με το νου σου, εσύ που διάβασες αυτή την ιστορία.
Εγώ λέω, δεν ήταν ήταν απατεώνας. Ένας φτωχοδιάβολος ήτανε, που ήθελε να ζήσει και τίποτα περισσότερο.
Και στο κάτω, κάτω, η εκκλησία του Αγίου Μάμα στο χωριό, δε μετράει καθόλου; Τίποτα δεν είναι; Ποιος τους την έχτισε;
Το μούλικο της Βαγγελιώς!
Κακά τα ψέματα!
/ Χάρης /