« Στα desiderata της αυτοβιογραφίας »
❀❀❀❀❀❀❀
της Σοφίας Πλεξίδα*
Στα desiderata της Λογοτεχνίας και της αυτοβιογραφίας. Εκεί εντάσσεται το νέο βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη, Δεκατρία. Το μικρό αγόρι με τις μπούκλες μας δίνει ίσως μια από τις ωραιότερες “συγγραφικές του γέννες”, αυτή που κυριολεκτικά πηγάζει από μέσα του. Το “Σοφό παιδί”, αποδεικνύεται χρόνια μετά, πως πράγματι ήταν σοφό. Γιατί να διαβάσω μια ακόμη αυτοβιογραφία, θα αναρωτηθεί εύλογα κανείς. Πόσο υπερφύαλος φαίνεται να είναι κάποιος, νομίζοντας πως τα έργα και οι ημέρες του, είναι σημαντικά;
Το Δεκατρία του Χρήστου Χωμενίδη δεν συνιστά μια ενοχλητικά μεγαλόστομη κουφότητα, ανάμεσα στην πληθώρα των αυτοβιογραφικών κειμένων που έχουν γραφτεί. Είναι ένα ταξίδι στο χρόνο, στις δεκαετίες του ‘60 και ‘70, μέσα από τα μάτια ενός παιδιού της πόλης. Ο Χρήστος Χωμενίδης προσφέρει μια νοσταλγική αναπόληση και ταυτόχρονα μια ιστορική αναδρομή σε δύο δεκαετίες που συνετάραξαν την Ελλάδα, αλλά και τον ίδιο προσωπικά. Μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, κατόπιν εφήβου, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει ή να αναπολήσει,
γεγονότα της περιόδου της δικτατορίας, την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την εξέγερση στο
Πολυτεχνείο, τις εκλογές ανάμεσα στα “πολιτικά μεγαθήρια” της εποχής (Γεώργιο Παπανδρέου και
Κωνσταντίνο Καραμανλή), την ίδια στιγμή που δε θα στερηθεί την επαφή με την καθημερινότητα
του λαού και τις συνήθειες του.
Σε αυτό το βιβλίο παντρεύεται άρτια η αθώα παιδική κι εφηβική ματιά με την υπόκωφη κριτική
απόσταση που προσφέρει η ώριμη γραφή του συγγραφέα. Το λαϊκό παντρεύεται με το
αριστοκρατικό, η “περιστεροφωλιά” της Δροσοπούλου με την Αθήνα και την Κυψέλη του χθες.
Παράλληλα αναμειγνύονται σημαίνουσες προσωπικότητες του καιρού με τα οικεία πρόσωπα του
συγγραφέα, δημιουργώντας έτσι ένα άκρως ενδιαφέρον ψηφιδωτό χαρακτήρων και καταστάσεων.
Η Κυψέλη και η Δροσοπούλου παραμένουν οι “σταθερές” του συγγραφέα, ο οποίος καταφέρνει να
μας ζωγραφίσει την περιοχή του με τα πιο ζωηρά χρώματα, αφουγκραζόμενος τον παλμό της πόλης
και των απλών ανθρώπων της, αλλά κυρίως αυτόν των οικείων προσώπων του. Ο παππούς Βασίλης
και τα μαθήματα αστρονομίας, που θυμίζει τον παππού της Πολίτικης Κουζίνας του Τάσου
Μπουλμέτη, η γιαγιά Λώρα και η γιαγιά Σοφία με την αριστοκρατική φινέτσα τους και την
αξιοπρέπεια τους, ο θείος Χόρχος και η θεία Νατάσσα και κυρίως η Νίκη κι ο Αλέξανδρος.
Οι κεντρομόλες δυνάμεις του συγγραφέα, η μητέρα του Νίκη και ο πατέρας του Αλέξανδρος,
συνιστούν τις κυρίαρχες φυσιογνωμίες του βιβλίου της ζωής του και κατ’ επέκταση και του
Δεκατρία. Ο ίδιος μας τους συστήνει, τους μυθοποιεί – την ίδια στιγμή που τους απομυθοποιεί -,
αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά πως η γραφή, όπως και η ζωή, πρέπει να υποβάλλονται
διαρκώς στη βάσανο του αναστοχασμού. Αυτό όμως που κρατά τον αναγνώστη με αμείωτη ένταση
και ενδιαφέρον κατά την ανάγνωση του βιβλίου, είναι πως ο Χωμενίδης απεκδύεται την
σοβαροφάνεια και τολμά. Τολμά να εκτεθεί ο ίδιος και συνάμα να εκθέσει και προσωπικότητες –
οικείες και μη – που παρέλασαν στις δεκαετίες που αναφέρεται.
Οι μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα αποκαλύπτονται βαθμηδόν, μέσα από
ανάλαφρα και σοβαρά περιστατικά που μας προσπορίζει στο βιβλίο του. Το ατομικό τοποθετείται
σ’ένα πλαίσιο ομαδικό – συλλογικό. Βρισκόμαστε έτσι στην ευτυχή συγκυρία ν’απολαύσουμε μια
αφήγηση ενός ανθρώπου που μέσα του φωλιάζουν δεκάδες άλλοι.
Αυτό που συνάμα ελκύει τον αναγνώστη είναι το νοσταλγικό οδοιπορικό σε συνήθειες της εποχής.
Η αναφορά στον περιοδικό Τύπο, οι πρώτες συσκευές που μπαίνουν στα αθηναϊκά σπίτια κι
αλλάζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων, οι επισκέψεις στα θέατρα και τα σινεμά της εποχής,
οι ταβέρνες και οι “πορτοφολομαχίες” των ανδρών, τα καλοκαιρινά αστικά θέρετρα, όπως η
Ωκεανίς και ο Αστέρας Βουλιαγμένης, τα μουσικά ακούσματα – εγχώρια και ξένα – , τα βιβλία της
περιόδου, ακόμη κι αυτά τα παιδικά παιχνίδια του συγγραφέα, αποκρυσταλλώνουν μια ολόκληρη
περίοδο και μας προσφέρουν ένα ταξίδι στο χρόνο. Ο Χρήστος Χωμενίδης κατάφερε για ακόμη μια
φορά, το ακατόρθωτο. Να διεγείρει τις αισθήσεις μας και ταυτόχρονα να μας ταξιδέψει σε μια
δεκαετία πλούσια και φτωχή ταυτόχρονα, σμιλεύοντας την και παραδίδοντάς την σ’εμάς σαν
κομψοτέχνημα.
Γραφή μεστή, πλούσια, αισθαντική, χειμαρρώδης και ορμητική. Οι λέξεις που επιστρατεύονται –
κράμα άριστων ελληνικών και λογιότατων όρων καθώς και φράσεων και λέξεων του λαού – σε
παρασύρουν σ’έναν χορό αισθήσεων. Βουλιμικά κι αχόρταγα, είναι τα δύο επιρρήματα που
αποτυπώνουν τον τρόπο που διαβάζεται το Δεκατρία του Χρήστου Χωμενίδη. Το Δεκατρία,
ξεκοκαλίζεται. Δεν διαβάζεται με μέτρο και όριο. Η γραφή του Χωμενίδη είναι πάντα μια
επιστροφή στο οικείο, στη θαλπωρή και την στοργή που σου δίνει η πένα του συγγραφέα, που όπως
αποδεικνύεται κάθε φορά δεν στερεύει. Η γιαγιά μου έλεγε πως “καλύτερα να ξέρεις, παρά να
έχεις”. Ο Χρήστος Χωμενίδης και ξέρει και έχει. Ξέρει σίγουρα να γράφει και έχει πολλά να δώσει
ακόμη στην συγγραφική αρένα.
Τελειώνοντας το βιβλίο, αυτό που πραγματικά σκέφτηκα, είναι πως τα λόγια του αείμνηστου
Βασίλη Βασιλικού, πως “δύο είδη πεζού λόγου μπορούν μόνο ν’αποδώσουν καλούς καρπούς στη
θέση που βρισκόμαστε: η νουβέλα κι η μαρτυρία, με την έννοια της προσωπικής αφήγησης, του
ρεπορτάζ, του ντοκουμέντου”, επιβεβαιώνονται. Πράγματι στον καιρό μας, βιβλία όπως αυτό του
Χρήστου Χωμενίδη, αποτελούν desiderata του είδους της αυτοβιογραφίας ειδικά και της
Λογοτεχνίας γενικά.
Κύριε Χωμ,
σας ευχαριστούμε για τις αναγνωστικές εντάσεις και ηδονές που μας προσφέρετε κάθε φορά!
❀❀

Σχολιάστε