Φρέσκα

Foxy Lady’s style…26 – All along the watchtower

της Εύας Ζευγουλά

«Δε γίνεται, κάποιος τρόπος θα υπάρχει για να φύγουμε από δω….Τόση σύγχυση, δε μπορώ να βρω παρηγοριά…έμποροι πίνουν το κρασί μου, ζευγάδες οργώνουν τη γη μου…κανείς τους όμως δεν ξέρει τι έχει αξία…» Γιατί όλα έχουν να κάνουν με τις αξίες… κανείς δεν εκτιμά την προσπάθεια… και κανείς δε δείχνει να ξέρει, τι έχει αξία και τι όχι….
Εμείς ξέρουμε, δεν είμαστε καθόλου μπερδεμένοι, κι αυτό που έχει πραγματική αξία… είναι να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας… «Πρίγκιπες και αυλικοί, γυναίκες και παιδιά…και δυο καβαλάρηδες ζυγώνουν στα σιμά…μια αγριόγατα βρυχάται κι ο άνεμος λυσσομανά…»

Η κοινωνία κι οι δομές της τρέμουν μπροστά στον άνεμο της αλλαγής…το κατεστημένο τρέμει και κάνει ο,τι περνά από το χέρι του για να μείνει αναλλοίωτο…η αναμέτρηση επίκειται, η αλλαγή πρέπει να έρθει κι ένα καινούργιο καθεστώς πρέπει να ξεκινήσει… ένα καθεστώς που βασίζεται στην αξία της ανθρώπινης ζωής… το κάστρο πρέπει να πέσει κι όλα να αρχίσουν από την αρχή…. Ο Μπομπ Ντύλαν κάνει μια περίληψη της ζωής του… ως τώρα αστειευόταν με τα πάντα και τους πάντες γύρω του μέχρι το σχεδόν θανατηφόρο ατύχημα με τη μοτοσυκλέτα του…έχει μάθει τώρα πια, ότι η ζωή δεν είναι καλαμπούρι και μπορεί να ξεχωρίσει αυτούς που καταλαβαίνουν τη σοβαρότητα της, από εκείνους που βλέπουν την τέχνη του σαν εμπορικό κατασκεύασμα.
Αναγνωρίζει ως πρωταρχικό ζήτημα των καιρών μας, αυτό των αξιών. Όλα τα βλέπουμε ουδέτερα, άχρωμα, φλατ κι οι αξίες έχουν υποτιμηθεί. Η αναμέτρηση θα διεξαχθεί για το βασικότερο όλων: Ανθρώπινες αξίες κόντρα στην καθεστηκυία τάξη. Αν το καλοκοιτάξεις, δε συμβαίνει τίποτα… είναι μόνο δυο καβαλάρηδες που συζητούν πλησιάζοντας ένα κάστρο. Όμως η ατμόσφαιρα είναι υποβλητική και νιώθεις μια ανατριχίλα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά. Νιώθεις την ένταση και το αναπόφευκτο της αναμέτρησης αλλά και τις επερχόμενες συνέπειες.
Ο άνθρωπος που ανέδειξε πραγματικά αυτό το τραγούδι όμως είναι ο Τζιμι Χεντριξ….που χρησιμοποιεί την κιθάρα του για να δείξει τη σύγχυση που νιώθει ο παλιάτσος. Ο κατάλληλος άνθρωπος στον κατάλληλο ρόλο αφού η κιθάρα του συχνά αψηφά τα πάντα και πάει πολύ πέρα από τις λογικές απαιτήσεις που έχουμε για το όργανο αυτό. Ο Τζιμι που παλεύει να βρει την κατάλληλη νότα στην αρχή του τραγουδιού, τη βρίσκει σταδιακά στην πορεία, την επαναλαμβάνει συνέχεια και την κατακτά στο τέλος του τραγουδιού για να περιγράψει με αυτήν όχι μόνο τον άνεμο που λυσσομανά αλλά και την σύγκρουση που έρχεται και για την οποία μας προετοιμάζει το τραγούδι.
Κι η μουσική τελειώνει όπως και οι στίχοι… χωρίς λύση δείχνοντας όμως ξεκάθαρα μια αναμενόμενη πράξη απελευθέρωσης. Μια φωτισμένη συνεργασία ανάμεσα στον μουσικό και στον στιχουργό. Ανάδειξη, επέκταση …κορύφωση του νοήματος και του δράματος των στίχων και η επίδειξη των μοναδικών δυνατοτήτων της ηλεκτρικής κιθάρας μαζί με το μπάσο, το drum kit και την ακουστική κιθάρα.
Ο Τζιμι… τόσο φανατικός θαυμαστής του Ντύλαν, που έκανε τον dj ενός κλαμπ στο Χάρλεμ να παίξει το Blowing in the wind στήνοντας καυγά…. Ο Τζιμι που ρωτούσε το Robbie Robertson, κιθαρίστα τότε του Ντυλαν,«μα πώς γράφει αυτά τα υπέροχα τραγούδια;» για να πάρει την απάντηση«μάλλον σε γραφομηχανή»!!! Που παράτησε μια γκόμενα χρησιμοποιώντας στίχους του Ντυλαν «Most Likely You Go Your Way And I’ll Go Mine”(πολύ πιθανό να πάρεις το δρόμο σου κι εγώ το δικό μου). Που διασκεύαζε τραγούδια του Ντυλαν ήδη από το 1965…
Σ’ ένα τέτοιο τραγούδι τον άκουσε ο Chas Chandler των Animals κι άρχισε να τον μανατζάρει. Θα ηχογραφούσε κάποια κομμάτια του αργότερα όπως τα “Can You Please Crawl Out Your Window,” “Drifter’s Escape,” “Tears of Rage” και θα έπαιζε με κάποια άλλα. «Δε μου κάνει εντύπωση που ηχογράφησε κάποια τραγούδια μου» λέει ο Ντύλαν«Μου κάνει εντύπωση που ηχογράφησε τόσο λίγα αφού ήταν δικά του..ΟΛΑ»
Ένας φίλος του, ο Deering Howe αφηγείται: «Μια μέρα περπατούσαμε με το Τζίμι στηνEighth Street στη Νέα Υόρκη όταν πήρε το μάτι μας μια φιγούρα απέναντι». “Hey,that’s Dylan”, είπε εκστασιασμένος ο Jimi.«Δεν τον έχω συναντήσει πάμε να του μιλήσουμε!!»
Ο Τζιμι όρμησε στην κίνηση φωνάζοντας: “Hey, Bob!” καθώς πλησίαζε. Ο Deering ακολούθησε αν κι ένιωσε άβολα με την παρορμητικότητα του Τζιμι. «Νομίζω ότι ο Ντυλαν ανησύχησε λίγο στην αρχή ακούγοντας κάποιον να φωνάζει το όνομα του και να διασχίζει τρέχοντας το δρόμο προς αυτόν. Όταν τον αναγνώρισε, χαλάρωσε. Ο τρόπος που του συστήθηκε ο Τζιμι όμως ήταν γεμάτος μετριοφροσύνη αν όχι κωμικός.“Bob,uh, είμαι τραγουδιστής,you know, με λένε,uh,Jimi Hendrix και…” Ο Dylan είπε ότι ήξερε ποιος ήταν κι ότι αγαπούσε τις διασκευές του στα “All Along the Watchtower” και “Like a Rolling Stone.” «Δεν ξέρω κανέναν που να έχει πει καλύτερα τα τραγούδια μου» συμπλήρωσε. Και βιάστηκε να φύγει…
Ο Τζιμι βρισκόταν στον έβδομο ουρανό μόνο και μόνο επειδή ο Μπομπ Ντυλαν ήξερε ΠΟΙΟΣ ήταν! Αρχικά ήθελε να διασκευάσει το I Dreamed I Saw St. Augustine. Δείλιασε όμως γιατί ένιωσε πως δεν ήταν σωστό….το τραγούδι ήταν για ένα όνειρο που είχε δει ο Ντυλαν κι όχι αυτός…πολύ προσωπικό για να το αγγίξει. Κάποιος του πρότεινε το Watchtower κι όπως έλεγε ο ίδιος:  ήταν κάτι που θα μπορούσα να είχα γράψει εγώ αλλά δεν έτυχε. Το νιώθω συχνά με τα τραγούδια του Ντύλαν»Τραγούδι που ηχογράφησε, μιξάρισε και πείραξε αρκετές φορές, κατέληξε να γίνει αυτό που ήταν προορισμένο να γίνει: ένα τεράστιο χιτ!
Κυκλοφόρησε σαν σινγκλ στις ΗΠΑ στις 21 Σεπτεμβρίου του 1968. Το “All Along the Watchtower” έγινε το πρώτο και μοναδικό top 40 του Hendrix στα Billboard charts, σκαρφαλώνοντας από το νούμερο #66 στο νούμερο #20. Έγινε νούμερο 5 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην πραγματικότητα πούλησε περισσότερο κι από τα τέσσερα σινγκλς της μπάντας ακόμα κι από τα “Purple Haze” και “Foxy Lady”.
Το πιο σημαντικό ήταν ότι το λάτρεψε ο ίδιος ο Ντυλαν αν κι ο Τζίμι μάλλον δεν έμαθε ποτέ το πόσο, αφού όλες οι δηλώσεις του Ντύλαν βγήκαν στη δημοσιότητα μετά τον θάνατο του Τζιμι. «Στ’ αλήθεια με κατέκτησε και με συγκίνησε.
Είχε ΤΟΣΟ ταλέντο! Μπορούσε να ανακαλύψει πράγματα μέσα σε ένα τραγούδι και να τα αξιοποιήσει. Έβρισκε πράγματα που άλλοι άνθρωποι δε θα σκέφτονταν καν ότι υπάρχουν.» Τρεις μήνες μετά ο Τζίμι το έβγαλε από τις set lists κι άρχισε να αγνοεί τον κόσμο που του ζητούσε να το παίξει. Ο κόσμος το ζητούσε απεγνωσμένα αλλά ο Τζίμι είχε προχωρήσει. Όπως κι οι δυο καβαλάρηδες του τραγουδιού…