Φρέσκα

Αποτοξίνωση από τη…Φιλολογίτιδα

της Έλενας Γεωργαλά

 

Η μεγαλύτερη διαφορά της λόγιας από τη δημοτική ποίηση, είναι ότι η δεύτερη ούτε σπουδάζεται ούτε «φιλολογείται». Αν τη νιώθεις τη νιώθεις, χωρίς να χρειάζεται να τη μελετάς. Και αν τη ζεις τη ζεις, χωρίς να χρειάζεται να τη αναλύεις. Παραθέτω ένα μικρό απάνθισμα στίχων, από τις «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού», του 1914, του εκλεκτού λαογράφου μας Νικολάου Πολίτη, άνευ σχολίων. Μια πληροφορία μοναχά. Κάποτε ο μεγάλος φιλέλλην Γκαίτε, μετέφρασε το γνωστό σε όλους μας «ο Όλυμπος και ο Κίσαβος» στα Γερμανικά….

 

-…Μον’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να’ ρτουνε τρία καράβια. Το’ να να πάρει το σταυρό και τ’άλλο το βαγγέλιο, το τρίτο το καλύτερο την άγια τράπεζά μας, μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν. Η Δέσποινα ταράχτηκε και εδάκρυσαν οι εικόνες…… (ΤΗΣ ΑΓΙΑ-ΣΟΦΙΑΣ)

Θεόφιλος, (1870-1934), “Γλέντι στο χωριό”

 

-Ο Κωσταντής ο μορφονιός, ο Μικροκωσταντίνος, μια μέρα θέλησε να βγει να λαγοκυνηγήσει, και διάβαινε καμαρωτός απ’ την πλατιά τη ρούγα. Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιες σκλάβες. Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη, κι είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σα ζαφείρι, και στο μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι. Καλλιά ‘λαμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι. Ωσάν την είδε ο Κωσταντής αφήνει το κυνήγι, κινάει να πάει σπίτι του, σα μήλο μαραμένος. Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν εριάστη, δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε στο κρεβάτι. «Μάνα ψυχή, μάνα καρδιά, μάνα και το κεφάλι. Μάνα θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι». «Γιέ μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι, μα συ κορίτσιν αγαπάς, κι εκείνη δεν το ξέρει». «Μάνα, την κόρη που είδα εγώ άλλος να μην την πάρει. Στείλε να κράξεις άρχοντες και μητροπολιτάδες, να παν να κάνουν προξενιά γυναίκα να την πάρω»…….. (ΤΗΣ ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ)

 

-…Πάρτε μανάδες τα παιδιά, παπάδες τους αγίους. Άστε λεβέντες τ’άρματα κι αφήστε το τουφέκι. Σκάψτε πλατιά, σκάψτε βαθιά όλα σας τα κιβούρια, και τ’ αντρειωμένα κόκαλα ξεθάψτε του γονιού σας. Τούρκους δεν επροσκύνησαν, Τούρκοι μην τα πατήσουν… (ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ)

 

-Μια φορά είναι η λεβεντιά και μια φορά τα νιάτα, και μια φορά περπάτησα μ’ ένα κορίτσι αντάμα. Να το φιλήσω ντρέπομαι, να της το πω φοβούμαι, μα σαν το αφήσω αφίλητο ταχιά γελάει με μένα…. (ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ)

 

-Εγώ για το χατίρι σου τρεις βάρδιες είχα βάλει. Είχα τον ήλιο στα βουνά και τον αητό στους κάμπους, και το βοριά τον δροσερό τον είχα στα καράβια. Μα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αητός αποκοιμήθη, και τον βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια, κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε. (ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ)

 

-Βασιλικός μυρίζει εδώ η αγάπη μου διαβαίνει , όλος ο κόσμος χαίρεται μένα η ψυχή μου βγαίνει….(ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ)

 

-Αυγερινός θενά γενώ, να’ ρθω στην καμερή σου, να ιδώ την τάβλα που δειπνάς, την κλίνη απού κοιμάσαι, την κόρη απ’ αγκαλιάζεσαι, αν είν’ καλλιά από μένα…(ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ)