Φρέσκα

Ο χαρακτηριστικός…«τζαζ» ήχος των τραμ.

«Ψυχή μου στα Πατήσια που πάει ο δρόμος ίσια!»

«Κατέβαινε κάποτε κι’ ο τραμβαγέρης στο Σύνταγμα για να πιη σκασμένος από τη ζέστη, ένα ποτήρι νερό! Στους Αμπελοκήπους τα ίδια. Ένα σύννεφο σκόνης προηγείται. Έπειτα το τραμ… Και κάποτε, οι Αμπελοκηπήτες, που τα είχαν με την Εταιρεία, πήγαν μια μέρα λίγο πιο κάτω από κει, που είναι σήμερα ο «Ευαγγελισμός», ξεπέζεψαν τα άλογα και ζεύξανε δύο μεγαλοπρεπείς… Γαϊδάρους: Και υπό τας ιαχάς των γαβριάδων και τα ογκανίσματα των πτωχών υποζυγίων το τραμ έφθασε στο τέρμα του «ονήλατο πλέον».

«after the rain» BEYOĞLU(Best … by e&e photography on 500px.com

Ο μέσος ήχος της πόλης αποκτά ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, τον ήχο «τζαζ» των τραμ.

«Ψυχή μου στα Πατήσια

που πάει ο δρόμος ίσια!»,

Όσο για τον δρόμο που «πήγαινε ίσια» (που ειρήσθω εν παρόδω, ύστερα από του Λεβίδη, πήγαινε… μάλλον στραβά!), την εποχή εκείνη, μπορούσε να πάει κανείς, με τα πόδια και με το ιπποκίνητο τραμ, που έφτανε ως τα «Καλάμια», ύστερα «Κλωναρίδη», με κάτι πρωτόγονα λεωφορεία με άλογα, με δεκάλεπτο εισιτήριο και με επίσης δεκάλεπτο «βιζαβί». Αν η τσέπη βαστούσε, έπαιρνε κανείς μια «βιττόρια» ή ένα «λαντώ», με δύο άλογα και φυσικά, τότε, θα έπρεπε να πάη να πιη μπύρα στου Κλάϊν, ωραία, παχειά, νόστιμη μπύρα, με μαύρο σπιτικό γλυκό ψωμί της μπύρας και τυρί της Βίτσερης και μεσόστρατα, πριν απ’ του Λεβίδη, στην μπυραρία –κήπο, μεταξύ των οδών Πιπίνου και Τροίας, γιατί δεν υπήρχε τότε η τυποποιημένη νερουλιάρικη μπύρα– υπήρχε ακόμη η βαυαρική παράδοσις.

(Γεράσιμος Άννινος, «Παν», Οκτ. 1959)

[…] Τι επιτέλους είναι αυτό που κάνει το τραμ να φαντάζει στη μνήμη μας σαν ένα από τα πιο προσφιλή μέσα μαζικής μεταφοράς, αφήνοντας να μας διατρέχει μια έντονη ρομαντική διάθεση στην αναπόλησή του; Μήπως η ελεγχόμενη ταχύτητά του ώστε με άνεση να παρακολουθεί ο επιβάτης και να προσλαμβάνει εικόνες; Μήπως η οργάνωση των ωφέλιμων χώρων υποδοχής των επιβατών που επέτρεπε να αναπτύσσεται μια αδιόρατη οικειότητα κοινωνικής επαφής;», αναρωτιέται ο Κ. Λαχάς. «Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το ενδιαφέρον των ποιητών και τραγουδοποιών για τις καθημερινά μεταφερόμενες κοινωνίες μέσα από τα βαγόνια του τραμ. Νάναι άραγε και η απουσία ρύπανσης της ατμόσφαιρας τόσο ώστε να κάνει ανεκτή την ηχορύπανση εξ αιτίας κυρίως της κακής τοποθέτησης των σιδηροτροχιών στις γραμμές ενώ ο ήχος από το καμπανάκι του τραμβαγιέρη ακούγεται ως σήμαντρο για την συνεχιζόμενη ζωή στην πόλη…

Το τραμ απλώνεται σε πολλές ακόμη πόλεις της Ελλάδας. Το 1893, στην -τουρκοκρατούμενη ακόμα- Θεσσαλονίκη, και στη συνέχεια στο Βόλο, την Πάτρα, τη Σάμο και την Καλαμάτα.

[…] Τι επιτέλους είναι αυτό που κάνει το τραμ να φαντάζει στη μνήμη μας σαν ένα από τα πιο προσφιλή μέσα μαζικής μεταφοράς, αφήνοντας να μας διατρέχει μια έντονη ρομαντική διάθεση στην αναπόλησή του; Μήπως η ελεγχόμενη ταχύτητά του ώστε με άνεση να παρακολουθεί ο επιβάτης και να προσλαμβάνει εικόνες; Μήπως η οργάνωση των ωφέλιμων χώρων υποδοχής των επιβατών που επέτρεπε να αναπτύσσεται μια αδιόρατη οικειότητα κοινωνικής επαφής;», αναρωτιέται ο Κ. Λαχάς. «Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το ενδιαφέρον των ποιητών και τραγουδοποιών για τις καθημερινά μεταφερόμενες κοινωνίες μέσα από τα βαγόνια του τραμ. Νάναι άραγε και η απουσία ρύπανσης της ατμόσφαιρας τόσο ώστε να κάνει ανεκτή την ηχορύπανση εξ αιτίας κυρίως της κακής τοποθέτησης των σιδηροτροχιών στις γραμμές ενώ ο ήχος από το καμπανάκι του τραμβαγιέρη ακούγεται ως σήμαντρο για την συνεχιζόμενη ζωή στην πόλη…

 

Ο Φορτούνιο (Σπύρος Μελάς) στο «σημειωματάριό του» (Καθημερινή 15 Αυγούστου 1939) μας περιγράφει ένα «Επεισόδιο» στο τραμ: «Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του». Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών…».

Ο Παύλος Παλαιολόγος πήγε παραπέρα. Είδε «ένα έγκλημα στο τραμ» (Ελεύθερον Βήμα, 8/6/1938), ενώ ο Δ. Σαββόπουλος φαντάστηκε αλλιώς το τραμ που ερχόταν: «…Από τα χώματα και με το αεράκι βλέπεις το τραμ να έρχεται γραμμή, είναι κατάφωτο και στο σκαλοπατάκι στέκει ο Τσιτσάνης μ’ ένα μικρό βιολί…»

Ο Ν.Γ. Πεντζίκης, κάπως μελαγχολικά, παρατηρεί:

…Τελευταία στάση του τραμ.
Όλοι κατεβαίνουν. Κόσμος πολύς.
Το τραμ ξαναγυρίζει για την επιστροφή.

Ο Κλείτος Κύρου, πάντα για το τραμ της Θεσσαλονίκης, θυμάται:

[…] Μικρό παιδί λυπόμουν τους ανθρώπους που τύχαινε ν’ ανταμώσουν τον καινούργιο χρόνο έξω στο δρόμο…
Ενώπιοι ενωπίοις, τους οδηγούς και τους εισπράκτορες των κατάφωτων τραμ[…]
όταν περνούσε, τις μικρές ώρες, το τελευταίο τραμ, έπεφτε ξανά η αρχαία σιωπή…

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης συνήθιζε τη βόλτα με το τραμ: «Ένας συνηθισμένος μου περίπατος (το 1916) ήταν να παίρνω το τραμ της παραλίας και να πηγαίνω μόνος μου στο τέρμα, στο “Ντεπό”, κοντά στην ιστορική έπαυλη Αλλατίνι…». Αργότερα, Μπουκέτο, 20/8/1931, στήνει μια «Παγίδα» πάνω σε ένα τραμ: «Κ’ έπειτα, στάσεις στις διασταυρώσεις, ακινησίες ώσπου νάρθει τ’ άλλο τραμ, δύσκολα ξεκινήματα, σαν προμελετημένα…».

Τρέχουν έξω οι βιτρίνες και τα δένδρα […] Το ποτάμι (των Εβραίων) έφευγε, είχαν βγει στην λεωφόρο, στις γραμμές του τραμ […] Στην Εγνατία άρπαξε το πρώτο τραμ που βρήκε και κάθισε στον εξώστη πίσω μια και δεν υπήρχανε καθίσματα. Κι είπε ο τραμβαγέρης «δρόσισε». Και σε λίγο βρίσκονταν (τον Νοέμβριο του 1944) στο τραμ και στέκονταν έτσι που να τον φυσάει και να του ανακατώνει τα μαλλιά […] και να συλλογιέται είναι σαν παιχνίδι που θαρρείς πως τρέχουν σπίτια, δέντρα, στύλοι, άνθρωποι, τρέχουν προς τα πίσω από τα παιδικά του χρόνια» (Ν. Μπακόλας)

 

Ο Γιώργος Ιωάννου είχε επενδύσει πολλά στην επέκταση του τραμ της Θεσσαλονίκης:

Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια […] Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…

 

Ο Τίμος Μωραϊτίνης, καταγράφει την ταλαιπωρία του από την αναμονή ενός τραμ που «(δεν) πάει Παγκράτι»:

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… “δεν πάει Παγκράτι”. Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.

 

Ο Ρώμος Φιλύρας, (στα Άπαντα: έμμετρα και πεζά) μας μεταφέρει στη «φανταγμένη Καστέλλα»:

[…]Στον δειλινόν, γαληνόν, μυρωμένον αέρα,
η αντιλαλιά του σημάντρου ηχάει στον αιθέρα…

Τη μαγική, κρεμαστή, φανταγμένη Καστέλλα,
Από τις βίλλες της ως τη στερνή χαμοκέλλα,
Το χιλιοχρώματο δείλι ροδίζει και βάφει
Και με χυτό τη στολίζει, καθάριο χρυσάφι.

Και στο δρομάκι που κάτω στην πόλη κυλάει,
Σαν φωτισμένο μετέωρο πάει το τραμβάϋ.

 

Ο Στρατής Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες: Η Νυχτερίδα, καταγράφει μια άλλη εμπειρία που προσφέρει το ταξίδι με τραμ στους επιβάτες του, ίσως ειδικά στην Αλεξάνδρεια:

Καθώς ξεκινάει πάλι το τραμ, από το ύψος σας βλέπεις τι γίνεται μέσα στα διαμερίσματα. Ο Τόνης όρθιος σκύβει από τα κάγκελα. Γύρω από ’να τραπέζι, κυρίες• θα πίνουν τσάι. Μια κοπέλλα με κομπιναιζόν δοκιμάζει τη ζεστασιά του σίδερου φέρνοντάς το κοντά στο μάγουλο. Παιδιά χαιρετούν ανεμίζοντας χάρτινες σημαιούλες με τα χρώματα της Ιταλίας. Ένα κορίτσι με καστανόχαλκα μαλλιά χτενίζεται κοιτάζοντας έξω, σε παρακολουθεί.

 

Ο Κλέων Βρανάς, το 1915, συγκρίνει τα οφέλη και τις… ζημιές από την επιλογή πρώτης έναντι της δεύτερης θέσης στο τραμ:

Εσυλλογιζόμουνα ότι απ’ όλον εκείνον τον ποδοπατούμενον, τον ξενυχιαζόμενον, στραπατσαριζόμενον κόσμον διέφερα μόνον κατά μία πεντάρα, η οποία μου παρείχε μια τέτοια πριγκηπική άνεση.

– Την πίνω τσίπουρο, σου λέει ο άλλος, παρά να μου την πάρει το τραμ.

Παρακολούθησα προχθές τρεις οι οποίοι μόλις κατέβηκαν στο Συντριβάνι καταϊδρωμένοι από το ασφυκτικό ταξίδι της β΄ θέσεως του τραμ, διηυθύνθησαν στο πρώτο μπακάλικο.

– Ουφ, δεν είναι ζωή αυτή με τα τραμ, βάλε μας τρία τσίπουρα…

Είχαν πιει μια ντουζίνα τσίπουρο χάριν της… οικονομίας την οποίαν έκαμαν εις το τραμ».

 

 Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο ποίημά του «ΤΡΑΜ ΚΑΙ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ: Le soleil me brule et me rend lumineux», πάει με ένα τραμ στην Ακρόπολη (το τραμ περνούσε πράγματι μπροστά από την Ακρόπολη):

 

 

ΤΡΑΜ ΚΑΙ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ
Le soleil me brûle et me rend lumineux

Μέσ’ στη μονότονη βροχή
Τις λάσπες την τεφρήν ατμόσφαιρα
Τα τραμ περνούνε
Και μέσ’ από την έρημη αγορά
-που νέκρωσε η βροχή-
πηγαίνουν προς
τα
τέρματα

η σκέψη μου
γιομάτη συγκίνηση
τ΄ ακολουθεί στοργικά ώσπου
να φθάσουν
εκεί π ’ αρχίζουν τα χωράφια
που πνίγει η βροχή
στα τέρματα

τι θλίψη θα ήτανε –Θε μου-
τι θλίψη
αν δε με παρηγορούσε την καρδιά
η ελπίδα των μαρμάρων
κι΄ η προσδοκία μιας λαμπρής αχτίδας
που θα δώση νέα ζωή
στα υπέροχα ερείπια

απαράλλαχτα όπως ένα κόκκινο λουλούδι
μέσ’ σε πράσινα λουλούδια.

Νίκου Εγγονόπουλου, «Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν»

 

Ο Νίκος Εγγονόπουλος, στο ποίημά του Μπολιβάρ επανέρχεται στο τραμ:

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γεν-

ναίους, τους δυνατούς,

Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γεν-

ναία, τα δυνατά,

Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,

γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,

κι οι κλάδοι ελιάς και τα φανάρια

Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και

γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των

λιμανιών,

Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο

πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,

Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσί-

δες, οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,

Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,

Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,

Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’ ολόφωτο μέσ’ στη

νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,

Μ΄ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Πηγή: http://booksjournal.gr/blog/item/680-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1