της ΦΡΑΓΚΙΣΚΗΣ ΑΜΠΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Νίκος Εγγονόπουλος υπήρξαν οι δυο μεγάλες φυσιογνωμίε5 του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο πρώτος ήταν ο εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα και ο δεύτερος, με την ποίηση και τη ζωγραφική του, έδωσε ένα έργο στο οποίο αναγνωρίζουμε τις βασικές αρχές του επαναστατικού αυτού κινήματος στην πιο ευτυχή τους πραγμάτωση…
…Η φιλία των δύο ανδρών κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους. Τα πρώτα χρόνια οι συναντήσει τους ήσαν τακτικότατες, στο σπίτι του Εμπειρίκου. Μανιώδεις αναγνώστες και οι δύο, διάβαζαν μαζί και δώριζαν ο ένας στον άλλο βιβλία. Στη βιβλιοθήκη του Ανδρέα Εμπειρίκου υπάρχει ένα σπανιότατο αντίτυπο της «Αλιπασσιάδας» του Χατζή Σεχρέτ και τα ποιήματα του Villon, δώρα, μεταξύ άλλων, του Νίκου Εγγονόπουλου. Το 1944 ο Εμπειρίκος έκρυψε στο σπίτι του για μεγάλο διάστημα τον Εγγονόπουλο, όταν τον τελευταίο τον ειδοποίησε ο μακρινός συγγενής του Άγγελος Έβερτ, ότι υπάρχει κίνδυνος να τον συλλάβουν οι Γερμανοί.

Οδυσσέας Ελύτης, Ανδρέας Εμπειρίκος και Νίκος Εγγονόπουλος ( Από το αρχείο των Εκδόσεων «Αγρα»).
Τα επόμενα χρόνια οι συναντήσεις τους αραίωσαν, χωρίς όμως ποτέ να μειωθεί η φιλία τους.
Τα ονόματα των δύο ποιητών πολύ συχνά βρέθηκαν το ένα πλάι στο άλλο, στις στήλες της λογοτεχνικής κριτικής, πολύ περισσότερο από ό,τι άλλων ποιητών, και μάλιστα, την περίοδο της πρώτης τους εμφάνισης, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, η γειτνίαση αυτή είχε εντελώς αρνητικό χαρακτήρα και είχε αποκλειστικό στόχο τη διαπόμπευση. Χαρακτηριστικά είναι όσα είπε ο Νίκος Εγγονόπουλος για την περίοδο αυτή σε συνέντευξη:
«Όταν το 1939 εκδηλώθηκα στη ζωγραφική και στην ποίηση υπερρεαλιστικά, δημιουργήθηκε σκάνδαλο και γενική κατακραυγή. Δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν βαθύτατα. Η βίαιη κακομεταχείριση που μου έγινε ήταν σκληρή και άδικη. Ένας φιλολογικός συνεργάτης εφημερίδας έγραψε: “Εγγονόπουλε, πάψε να βασανίζεσαι και να μας βασανίζεις”. Τα έργα μου τα έβαζαν μόνο γι’ αστεία στα περιοδικά. Τώρα τα βάζουν στα σοβαρά. Με χλεύαζαν στις επιθεωρήσεις. Ένα Σάββατο βράδυ ο Εμπειρίκος μου λέει: “Έλα να πάμε σε μια επιθεώρηση”. Πήγαμε κάπου στην πλατεία Βάθης, στο Περοκέ, νομίζω. Επί σκηνής ήταν δύο τελείως καραφλοί —ξέρετε το περίφημο που είχε πει ο Εμπειρίκος: “Τα μαλλιά της κεφαλής μου είναι γεγονός τετελεσμένον…” —οι οποίοι αντάλλασσαν ασυναρτησίες. Τον ένα τον έλεγαν Δισεγγονόπουλο και τον άλλο Μπιρμπιρίκο!…» (συνέντευξη στο «Νίκος Εγγονόπουλος, Και οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά…», εκδ. Ύψιλον 2000, σ. 91). Σήμερα, σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά τη σημαδιακή εκείνη χρονιά για τη ζωή της ελληνικής ποίησης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γνωριμία των δύο σημαντικών αυτών ανθρώπων είχε τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε σε κάθε ειλικρινή φιλία ανάμεσα σε καλλιτέχνες: ενθάρρυνση, γόνιμος διάλογος, συμπαράσταση, πνευματική επικοινωνία.
Όμως, εδώ ίσχυσε και κάτι περισσότερο. Βρέθηκαν και οι δυο ενταγμένοι σε μια προσπάθεια επαναστατικοποίησης της τέχνης στην Ελλάδα, που εκφραζόταν μέσα από τις βασικές αρχές του υπερρεαλισμού, του σημαντικού γαλλικού πρωτοποριακού κινήματος που ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1924 από τον Αντρέ Μπρετόν. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος βρήκε στον υπερρεαλισμό μια θεωρία και μια πρακτική για την τέχνη που αντιστοιχούσε στους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις του της εποχής εκείνης, που κυρίως είχαν σχέση με την ψυχαναλυτική θεωρία και την έκφραση του ασυνείδητου.
Ο νεότερός του κατά δέκα χρόνια Εγγονόπουλος, ο οποίος γνώρισε τον υπερρεαλισμό χάρη στον Εμπειρίκο, βρήκε επίσης στις αρχές του υπερρεαλισμού μια νέα διάσταση στην τέχνη που του έδινε περισσότερη ελευθερία έκφρασης, όπως έχει εξηγήσει διεξοδικά («Ποιήματα», τ. Α, εκδ. Ίκαρος, σ. 145). Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι δυο φίλοι δεν έπαψαν ποτέ να επικαλούνται τον υπερρεαλισμό, κυρίως σαν κινητήρια δύναμη, στο ξεκίνημά τους. Η σχέση τους με τον υπερρεαλισμό τους επέτρεψε βασικά να βρουν ένα στήριγμα, όχι τόσο για να διαφοροποιηθούν από τις γενικότερες τάσεις της νεωτερικής ποίησης, αλλά από την τρέχουσα τότε αντίληψη για την τέχνη. Tους ενδιέφερε ρητά ο υπερρεαλισμός σαν επαναστατική θεωρία όχι μόνο περί τέχνης, αλλά και ζωής, αφού έβλεπαν την τέχνη σαν μέσο για τη διερεύνηση του ασυνείδητου, και άρα σαν μέσο απελευθέρωσης και ολοκλήρωσης της προσωπικότητας…