Ευχές…
του Γιάννη Παπασταθόπουλου
Η περιφορά της κοινωνικότητάς μου έχει καιρό τώρα που μοιάζει με Επιτάφιο της Δημητσάνας. Διαδρομή μέχρι το νεκροταφείο, άναμμα όλων των καντηλιών κι επιστροφή. Το βλέπεις μετά απ’ το χωριό και μοιάζει με πλοίο λουσμένο στο φως που προσπαθεί να ξορκίσει μια μαύρη θάλασσα. Μια εικόνα χίλιες λέξεις αλλά στρίβοντας στο πρώτο σοκάκι, έχεις μόνο τις ψυχές των αγαπημένων σου να σ’ ακολουθούν. Τίποτε άλλο.
Στην αρχή νομίζεις πως είναι η κούραση. Τόσο δύσκολο να πουλάς στιγμές, “πανάκριβες” που λέει και το τραγούδι που λογικό κάποια στιγμή να ξεμένεις. Ή να στερεύεις. Η συνέχεια είναι εξίσου απογοητευτική. Συναίσθημα παρατεταμένο δεν είναι πλέον φάση. Συνεχίζοντας ενδοσκοπικά την προσπάθεια να αποδώσω κάπου τα αίτια της συμπεριφοράς αυτής, σκέφτηκα πως ίσως να είναι έλλειψη πίστης. Αλλά σε τί και ποιόν; Στη βάση ποιάς θρησκείας; Καινούργιο αδιέξοδο.
Μέχρι που πηγαίνοντας σήμερα στην αγορά για κάποια απαραίτητα, είδα μια γιαγιά μαυροφορεμένη να κάθεται μόνη έξω απ’ το σπίτι της. Με σκαμμένο το δέρμα απ’ τον ήλιο, σκυφτή, στραμμένη προς τη θάλασσα, δεν περίμενε τίποτα. Την ξέρω από χρόνια σαν εικόνα, να βγαίνει την ίδια πάντα στιγμή απ’ το σπίτι, εκεί στη καρέκλα της. Δεν έχει συγκεκριμένη ώρα που το κάνει. Βασισμένη νομίζω στο ηλιακό ρολόι, ακολουθεί τη πορεία του ήλιου, περιμένοντας να τον αισθανθεί τις λίγες στιγμές καθώς φεύγει. Στην επιστροφή μου πάρκαρα το αυτοκίνητο σχεδόν απέναντί της και βγήκα στη παραλία. Για κουβέντα ή χαιρετισμό ούτε λόγος.

Ηλικιωμένη γυναίκα καθαρίζει καρύδια. Επίδαυρος, 1952 Νικόλαος Τομπάζης (ΦΑ_10_2710)
ΠΕΙΡΑΙΩΣ 138
Κάθισα στα βότσαλα χαζεύοντας μία την ήρεμη θάλασσα και μία τα χιόνια στην απέναντι κορυφογραμμή. Άναψα τσιγάρο προσπαθώντας να χορτάσω το παράδοξο. Μπορεί να με κοίταζε μπορεί και όχι. Τόσο μεγάλη η ανάγκη ν’ ανταλλάξεις μαζί της ευχές έτσι όπως ήταν μόνη μα και τόσο δύσκολο συγχρόνως.
Όταν μπορείς και ζεις μονάχος, όλα αυτά μοιάζουν τόσο συγκαταβατικά κι ανθρώπινα, που μοιάζουν με κίνδυνο να σε κρατήσουν αδύναμο. Ίσως αυτό να είναι το μυστικό τελικά. Οι λόγοι που θέλεις να είσαι μοναχός δεν κρύβονται σε σένα αλλά στη κόντρα της επιθυμίας των άλλων να σε κρατήσουν κοντά τους. Καθώς σηκώθηκα τίναξα το παντελόνι και πήγα να μπω στη θέση του οδηγού.
Τα μάτια μας συναντήθηκαν για δευτερόλεπτα. Της ευχήθηκα από μέσα μου τα καλύτερα, όπως κάνω με όλους. Ζήτησα μια συγνώμη για τον ήχο της μηχανής καθώς άναβε σκεπάζοντας προσωρινά τον ήχο των κυμάτων κι έφυγα το γρηγορότερο δυνατόν.