Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΗΣ ΗΡΩΙΔΟΣ
του Γιώργου Ρούβαλη
«- Σεβασμιώτατε
Κύριε Νομάρχα
Κύριε Δήμαρχε
Κύριε Διοικητά,
Αγαπητοί μου συμπολίτες, κυρίες και κύριοι, Ο Ροταριανός Όμιλος της πόλης μας, έχει την τιμήν δι εμού να της προσφέρει σήμερα την προτομήν της ηρωίδος του 1821 που σε λίγο θα αποκαλυφθεί. Σας ευχαριστώ που παρευρίσκεσθε σ’ αυτήν τη σεμνή τελετή. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί η προτομή τούτη έπρεπε να στηθεί στην πόλη μας και τι αντιπροσωπεύει».
(Εγώ το ξέρω τι τράβηξα πέντε χρόνια τώρα σε τούτο το τιτάνιο έργο, μόνος εναντίον όλων. Κανένας δεν έδινε σημασία στην προσφορά μου. Κανένα δεν ενδιέφερε μια ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης. Ούτε την πόλη μας σκέφτονται, αδιαφορούν γι’ αυτήν. Το μόνο που τους ενδιαφέρει, είναι το χρήμα, το χρήμα, το χρήμα).
«Η ιστορικότητα του Ν είναι αποδεδειγμένη. Κατοικείται εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια και ο ηγεμών του, ο Παλαμήδης ήταν ένας από τους Βασιλείς των Ελλήνων που πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, αντίπαλος του Οδυσσέα. Λαμπρές σελίδες έγραψε την αρχαιότητα, τη Βυζαντινή εποχή και τη Φραγκοκρατία.
Ιδιαίτερη λάμψη είχε στις δύο Ενετοκρατίες όταν κατέστη πρωτεύουσα του Μορέως, έχοντας το πιο ασφαλές λιμάνι και τα ισχυρότερα φρούρια. Ήταν σταθμός κεφαλαιώδης στον εμπορικό δρόμο της Ανατολής. Οι Οθωμανοί την κατέκτησαν και νεμήθηκαν για πολλά χρόνια τον πλούσιο κάμπο της. Και η Ελληνική Επανάστασις το απελευθέρωσε από την αρχή της κιόλας, στα 1822. Έκτοτε, ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της Νέας Ελλάδος, έδρα της Κυβερνήσεως και αργότερα του Βασιλέως.
Στους ντόπιους Έλληνες ήρθαν να προστεθούν πρόσφυγες από όλη την ελεύθερη επικράτεια και από τα – ακόμα – τουρκοκρατούμενα μέρη. Πελοποννήσιοι, επτανήσιοι, νησιώτες, ρουμελιώτες, κωνσταντινοπολίτες, φαναριώτες, κρητικοί, θεσσαλοί, μακεδόνες ήρθαν να εγκατασταθούν εδώ, στη ελεύθερη Ελλάδα και μεγάλυναν την πόλη μας. Στα σαλόνια της γεννήθηκε η νέα ελληνική λογοτεχνία, οι τέχνες, οι επιστήμες. Ξένοι διπλωμάτες, φιλέλληνες από διάφορες χώρες, ευγενείς και δημοκράτες, ήρθαν και έμειναν εδώ. Αλλά πριν από όλους, οι ήρωες της Επαναστάσεως είχαν όλοι εδώ την έδρα τους, άλλοι για να κατακτήσουν τα οφίτσια, άλλοι για να κατευθύνουν τον ακόμα συνεχιζόμενον αγώνα κατά των Τούρκων, του Ιμπραήμ, των εχθρών μας που απειλούσαν και τότε ακόμη την ύπαρξή μας. Η καρδιά της ελευθέρας Ελλάδος κτυπούσε εδώ. Τιμήσαμε όσο λίγοι τους θεμελιωτές του Έθνους μας. Τα αγάλματά τους κοσμούν την πόλη μας και μας θυμίζουν σε ποιους οφείλουμε την ανεξαρτησία και την ελευθερία μας». (Ψέμα και πάλι ψέμα. Η Πολιτεία λίγο ενδιαφέρθηκε για να τιμήσει τους ήρωες. Τον Κολοκοτρώνη τον έσυραν)
«Οι κάτοικοι αυτής της πόλης δικαίως υπερηφανεύονται για την καταγωγή τους. Ανήκουν σε πόλη ευγενική, έχουσα δώσει την ελευθερία αλλά και τα φώτα στο έθνος. Λόγιοι και αγωνιστές το πιστοποιούν». (Και ποιος σήμερα μπορεί να υπερηφανεύεται γι’αυτό; Λίγοι έχουν μείνει οι παλιοί κάτοικοι που λατρεύουν την πόλη τους. Οι περισσότεροι είναι ετερογενείς που ευκαιριακά μόνον ήρθαν να μείνουν εδώ και αδιαφορούν ή αγνοούν το παρελθόν μας. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η φυσική ομορφιά του τοπίου μας και το εύκολο κέρδος. Από εσάς που μ’ ακούτε πόσοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εδώ;
Νοιώθω σαν τον τελευταίο Μοϊκανό μιας φυλής που δεν υπάρχει πλέον. Γιαυτό και ο αγώνας μου για την προτομή συνάντησε την αδιαφορία σας. Ο προηγούμενος Δήμαρχος, ντόπιος παρ’όλα αυτά, μόνο με καθυστερήσεις κι αναβλητικότητα αντιμετώπισε την προσφορά μου. Ένας δημοτικός σύμβουλος, δικηγόρος στο Θεό σας, είχε την αναίδεια να με ρωτήσει «και ποια είναι αυτή η ηρωίδα;». Ανιστόρητος! Ένας άλλος, με αδιαφορία ρώτησε που είναι το άγαλμα, λες και το κουβαλούσα στην πλάτη μου κι έπρεπε να το δείξω σε κάθε αδαή, για να τον πείσω ότι υπάρχει. Δεν είχε ακούσει για την «Μακρά χειρί παράδοσιν» όταν το δωριζόμενο ή πωλούμενο ακίνητο ή κινητό βρίσκεται σε απόσταση.
Όλα μόνος τάκανα. Να βρω τον γλύπτη, να του διηγηθώ την ιστορία της ηρωίδος, να διορθώσω τρεις φορές τα σχέδιά του – την είχε σαν κοπέλλα μοντέρνα. Εγώ προσέθεσα τον ψηλό γιακά όπως εκείνη την εποχή συνηθιζόταν, τις επωμίδες την στρατηγική ταινία, να δείξουμε ότι ήταν Αντιστράτηγος, η μόνη γυναίκα που τιμήθηκε με αυτό το βαθμό. Κι άλλοι ήρωες έχουν και προτομές και αγάλματα εδώ. Ακόμα και η Μπουμπουλίνα που με τα καράβια της πολιόρκησε από θάλασσα το κάστρο μας.
Η δικιά μου όμως ηρωίδα ήταν η μόνη γυναίκα που κράτησε άρματα στα χέρια της, πολέμησε σα λιοντάρι τους τούρκους, τους έτρεψε σε φυγή σε δύο μάχες, γλύτωσε την πρωτεύουσα και την επανάστασή μας. Ας είναι καλά ο τωρινός νέος Δήμαρχος. Με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε στον τόπο όπου ήθελα να στήσω την προτομή. «Εδώ θέλεις; Εδώ θα στηθεί!». Ούτε συζητήσεις με αδαείς και αγράμματους δημοτικούς συμβούλους ούτε τίποτα. Ανάσανα … Τηνπρώτη βραδυά όταν ο πρώην Δήμαρχος είχε λύσει την συνεδρίαση χωρίς να ληφθεί απόφαση, δεν είχα ύπνο. Δώδεκα, μία, δύο, τρεις, στριφογύριζα σα σβούρα στο κρεβάτι μου μέχρι που ήρθε η γυναίκα μου, πάλι καλά που υπάρχει και η Φούλη μου και μούδωσε ένα χάπι να κοιμηθώ. Εγώ που, γέρος τώρα, στα ογδόντα τόσα μου μούφταναν πέντε ώρες ύπνος, κοιμήθηκα τότε μέχρι τις εννιά! Τόση ήταν η στενοχώρια μου.
Στη πόλη μας με έχουν για λοξό, απ’αυτούς τους συνταξιούχους που ασχολούνται με το να γράφουν γράμματα στις εφημερίδες. Κι όμως δεν είναι έτσι. Η οικογένειά μου είναι από τις πιο παλιές. Ο πατέρας μου ήταν φαρμακοποιός. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου και αυτός το ίδιο, αλλά και ποιητής, ευθυμογράφος, στιχοπλόκος, δραματικός συγγραφέας. Έγραψε πλήθος βιβλία και άρθρα για τους μύθους της πόλης μας. Η προτομή του στέκει τώρα μπροστά στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Εγώ ακολούθησα το νομικό στάδιο. Ήμουν περιζήτητος στις παρέες των συμπολιτών για τα αστεία μου, την καλή μου διάθεση, το δεξιοτεχνικό μου χορό, το χιούμορ μου. Στις συνεστιάσεις δικαστών και δικηγόρων εγώ εκφωνούσα τον πανηγυρικό.
Η πόλη μας είναι το πάθος μου. Αφού πήρα τη σύνταξή μου, συνεχίζω να κατεβαίνω στο γραφείο μου, κάτω από το πατρικό μου, στον κεντρικό δρόμο μας, μαζί με το δικηγόρο γιο μου. Ξεκινάω από κει μάχες υπέρ του καλού. Για χρόνια πολλά ήμουν Πρόεδρος του Κυνηγετικού Συλλόγου (ολόκληρο νησί τους εξασφάλισα για ελεγχόμενη θήρα), του Ροταριανού κ.λ.π. Με πολύ κόπο και δεκάδες γράμματα έπεισα τους Ροταριανούς να δωρίσουν τις 10.000€ που είχαμε μαζέψει με χίλια δυο τερτίπια στο ταμείο μας για την προτομή.
Η ηρωίδα αυτή που έζησε στην πόλη μας, την ελευθέρωσε κι ύστερα πήγε να πεθάνει στο νησί της – κανένας δεν ξέρει που είναι ο τάφος της σήμερα – άξιζε την αναγνώρισή μας. Στους Έλληνες γενικά έγινε γνωστή από ένα σήριαλ στην τηλεόραση πριν δέκα χρόνια. Αν είναι δυνατόν! Τόσο λίγο διδάσκεται πλέον η ιστορία μας στα σχολεία που τα παιδιά νομίζουν ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν ποδοσφαιριστής! Ντροπή μας!
Τάβαλα με ό,τι στραβό έβλεπα: τις πινακίδες που λείπουν ακόμα από τα ιστορικά μας κτίρια ή λένε ασυναρτησίες. Τα παράνομα κτίσματα τουaircondition που ασχημαίνουν το Δικαστικό μας Μέγαρο (δωρεά του Συγγρού, τελείωσε το 1911), με την ανιστορική και χυδαία πολιτική ορισμένων. Έτσι και με την προτομή της ηρωίδος. Είναι τόσο γνωστή στο εξωτερικό που την αναφέρει και ο Ιούλιος Βέρν σε ένα έργο του! Ο Ουγκώ, ο Μπάϋρον, οι ξένοι, αυτοί μάλιστα αναγνώριζαν το δίκαιο του αγώνα μας και μας βοηθούσαν. Οι σημερινοί όμως Έλληνες έχουν εκχυδαϊστεί και τελείως ξεχάσει τις αξίες μας. Και αυτές αντιπροσωπεύει η προτομή. Εκτός του ότι είναι μια γυναίκα, πράγμα σπάνιο τότε που η πατριαρχική κοινωνία δεν τις άφηνε να εκφραστούν.
Αλλά έχουμε κι εμείς τη δικιά μας, ντόπια επαναστάτρια, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, που έζησε και πέθανε στην πόλη μας. Μορφωμένη, μιλούσε τρεις γλώσσες, φιλεύσπλαχνη, όταν χρειάστηκε ξεσήκωσε στρατό και λαό ενάντια στην τυραννίας ενός απολυταρχικού βασιλιά κι αντιστάθηκε μήνες στα αντίπαλα στρατεύματα. Του στρατηγού που της μήνυσε να φύγει δήλωσε ότι δεν φοβάται τις βόμβες, μόνο τους ποντικούς! Όταν αποβιβάστηκε στον Πειραιά με ροδοπέταλα την έραιναν Αθηναίοι και Πειραιώτες με την πτώση της Βασιλείας.
Έτσι λοιπόν και αυτή η ηρωίδα άξιζε τον αγώνα που έστησα μόνος μου για να στηθεί εδώ. Μέχρι κι ο ουρανός στάθηκε ευνοϊκός, σήμερα 23 Μαρτίου 2003 που όλο έβρεχε και όμως σταμάτησε να μας καταβρέχει για μία ώρα, όσο σας μιλάω, σαν να σεβάστηκε τους κόπους μου. «Αγαπητοί συμπολίτες, αυτή είναι εν συνόψει η ιστορία της ηρωίδος που η ιστορική πόλη μας τιμά σήμερα. Ευχαριστώ όλους τους παράγοντες που συνετέλεσαν στην ανέγερση της προτομής και κυρίως τον κ. Δήμαρχο που τόσο γενναιόδωρα δέχθηκε την προσφορά του Ομίλου μας, πάντα προοδευτικού».
Απόψε θα κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου μια που το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα.( Ή μάλλον, λέω να πάρω το σλήπινγκ μπάγκ και νάρθω να ξαπλώσω εδώ, στην πλατεία, δίπλα στην προτομή, αντικρύζοντας τη λευκή μορφή της, που σαν να κουνάει ανεπαίσθητα τα γραμμένα χείλη και να μου λέει: Σ’ ευχαριστώ, φίλε μου, σ’ ευχαριστώ)!.
* Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Στ’ Ανάπλι», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.
