Φρέσκα

Το…Rolex

του Λευτέρη Τσίλογλου

 

Κάποια στιγμή το ακριβό του ρολόι σταμάτησε! Πάγωσε! Αμέσως έφερε στη μνήμη του τον τρόπο που το απόκτησε. Δεν το αγόρασε μόνος του. Ο ίδιος ποτέ δεν θα έδινε τόσα λεφτά για ένα πράγμα που θα μπορούσε να αγοράσει κάποιο αντίστοιχο με σαφώς υποπολλαπλάσιο ποσόν. Δεν είναι στον χαρακτήρα του κάτι τέτοιο. Να κάνει ένα άσκοπο έξοδο για λόγους μόνο ματαιοδοξίας και επίδειξης; Όχι! Σε καμιά περίπτωση. Και το ρολόι των δεκαπέντε ευρώ την ίδια δουλειά κάνει. Αν χαλούσε, το πολύ –πολύ, θα αγόραζε άλλο. Απλώς το κληρονόμησε από έναν συγγενή που ο κακομοίρης «απεδήμησεν εις Κύριον»,

Ο συγχωρεμένος έδινε μεγάλη σημασία στην ακρίβεια του χρόνου και όταν μπόρεσε αγόρασε όχι ένα, αλλά δυο πανάκριβα ρολόγια. Σε αυτόν προσφέρθηκε το Rolex. Ονομαστή μάρκα, πανάκριβο είδος, όνειρο πολλών ονειροπαρμένων επιδειξιών. Ίσως και να ένιωθε αμηχανία όταν το έβλεπε στο χέρι του, ίσως κιόλας ασυναίσθητα στην αρχή κι όσο μπορούσε να το έκρυβε από τους άλλους.

Όμως, πώς να το κάνουμε. Η ύπαρξη του ρολογιού στο χέρι του σταδιακά του πρόσθεσε ένα φορτίο εμπιστοσύνης. Είχε ακούσει τόσα καλά λόγια για την μάρκα, παινέματα και ζήλιες από ανθρώπους του περίγυρο του και η σιγουριά εγκαταστάθηκε αυτόματα μέσα του. Το ρολόι ήταν έμπιστο, του έδειχνε την ακριβή ώρα χωρίς καμιά αβεβαιότητα. Μάλιστα από ένα σημείο και μετά το επιδείκνυε με καμάρι κι όλο μιλούσε για τα προτερήματά του.

Μέσα στο πέλαγο του εφησυχασμού κάποια στιγμή του ήρθε κατακέφαλα η τραγική διάψευση.
Το ρολόι ξαφνικά… σταμάτησε να λειτουργεί. Οι δείκτες του ακινητοποιήθηκαν λες και έπαθαν αγκύλωση, λες και μια άγνωστη πανίσχυρη δύναμη τους κρατούσε με τη βία ακίνητες στην ίδια θέση. Έπαθε ψυχολογικό κλακάζ. Του ήταν αδιανόητο να το πιστέψει επειδή εξ αρχής απέκλεισε, ίσως αυθαίρετα, το ενδεχόμενο της λειτουργικής βλάβης. Μα είναι δυνατόν, αναρωτήθηκε να έπαθε κάτι το ιδανικό κατασκεύασμα που λέγεται Rolex; Όχι! Κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει.

Μην τυχόν, πράγματι ο χρόνος «τέλειωσε»; Μήπως η ζωή επίσης έλαβε τέλος; Λες να ήρθε το τέλος του κόσμου; Κοίταξε με τρόμο γύρω του αλλά δεν παρατήρησε τίποτα το έκτακτο κι ανησυχητικό. Ο άνεμος συνέχισε να φυσάει και κουνάει τα φύλλα των δένδρων. Σε κάποιο απ’ αυτά ένα πουλάκι πέταξε και πήγε στο απέναντι δένδρο. Το τζιτζίκι που πριν του ζάλιζε το κεφάλι με τον αδιάκοπο τριγμό του συνέχιζε το βιολί του. Από μακριά οι ήχοι της πόλης έφταναν, όπως μόνιμα, σβησμένοι στ’ αυτιά του. Τίποτα καινούργιο, τίποτα ασυνήθιστο. Δεν μπορεί, γύρω του η φύση συνέχιζε την αδιάκοπη ζωή της. Μήπως ο χρόνος σταμάτησε μόνο γι αυτόν; Μήπως ήταν η ένδειξη ότι η προσωπική του παρουσία πάνω στη γη τελείωνε οριστικά; Δεν μπορούσε λογικά να εξηγήσει διαφορετικά το σταμάτημα του δικού του ρολογιού.

Δεν ήταν το οποιοδήποτε. Ήταν ένα Rolex!