Άσημες ιστορίες 4…Η έξοδος
του Λευτέρη Τσίλογλου
Μ’ ένα λυγμό δέχτηκε την είδηση. Το χτύπημα ήταν βαρύ. Βλέπεις ήταν η μονάκριβη κόρη της. Τώρα πια τίποτε δεν την κρατούσε στη ζωή. Έφερε στο μυαλό της τους σημαντικούς σταθμούς της ζωής της. Τη γλυκιά μητρική αγκαλιά, την αχνή εικόνα του πατέρα της που πέθανε νωρίς απ’ την καρδιά του, το σχολείο που πήγε, όχι πολλά μέχρι το γυμνάσιο, την κυρά Κατίνα που την έστειλε η μάνα της να μάθει τη ραφτική. Βλέπεις ο θάνατος του πατέρα τους άφησε ασκέπαστους οικονομικά. Η μάνα δούλευε σε μια υφαντουργία και το μεροκάματό της ήταν το μόνο οικογενειακό έσοδο. Ευτυχώς είχε το πατρικό σπίτι και αυτό τους κάλυπτε από το πρόβλημα της στέγασης. Κουτσά στραβά με το λιτό τρόπο τα έβγαζαν πέρα όλα τα χρόνια. Η υφαντουργία που δούλευε δεν άντεξε στο συναγωνισμό των επόμενων χρόνων και άδοξα έκλεισε, αφήνοντας στο δρόμο όλους τους εργαζόμενους. Ευτυχώς από ένα σημείο και μετά της βγήκε μια μικρή σύνταξη χηρείας και συνέχισαν να τα γυροφέρνουν. Πούλησε και κάτι άγονα χωραφάκια που είχε ο άνδρας της στο χωριό και κάπως έτσι η κόρη της ξεπετάχτηκε.
Δυστυχώς το σπλάχνο της πρόσθεσε νέες πιο οδυνηρές λύπες. Από παιδάκι και μόλις έγινε έφηβη τα προβλήματα άρχισαν να τους ζώνουν. Η κόρη της δε συμβιβαζόταν με τη μίζερη ζωή στην οποία είχε από νωρίς συμβιβαστεί η μάνα της και γρήγορα αναζήτησε τρόπους να μετέχει στη «μεγάλη ζωή». Με τα μικρά προσόντα, που είχε, αλλά με μόνο εφόδιο την νεανική της φρεσκάδα μπόρεσε να δοκιμάσει μερικά αγαθά απ’ αυτά που επιθυμούσε. Όμως αυτά δε χαρίζονται. Θέλουν το αντίτιμό τους κι ενώ στην αρχή πρόσφερε χωρίς συγκρατημό τα νιάτα της σύντομα φάνηκε ότι αυτό δε φτάνει. Κάποιος την έμπασε και στα ναρκωτικά κι ο φαύλος κύκλος της κατηφόρας την έδεσε γερά στην πορεία προς το γκρεμό. Έμεινε μόνη κι αβοήθητη σε μια γωνιά του δρόμου κι εκεί άφησε την τελευταία της πνοή
Όταν, τρεμάμενη και με το φόβο να την παραλύει, η μάνα της με αστυνομική συνοδεία πήγε στο νεκροτομείο για αναγνώριση, λίγο πριν λιποθυμήσει είδε το άμοιρο παιδί της, θύμα των επιλογών του.
Έπρεπε τώρα πια να πάρει τις αποφάσεις της. Δεν έχει νόημα να συνεχίσει να ζει. Μα η σκέψη της σταμάτησε μπρος στο δίλημμα. Έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει μόνη τη ζωή της; Βλέπεις ήταν και θεοφοβούμενη. Τι ψυχή θα παραδώσει όταν βρεθεί ενώπιον του κριτή της;
Έτσι άλλαξε την αρχική της παρόρμηση να δώσει η ίδια βίαιο τέλος στη ζωή της. θα επιβάλλει την πλήρη απομόνωση. Θα «αναχωρήσει» από την κοινωνία κλεισμένη στο σπίτι της, ζώντας με τους όρους της μοναστικής ζωής και την αυστηρή πειθαρχία που αυτή απαιτεί. Θα τρώει τα στοιχειώδη για να διατηρείται στη ζωή. Δε θα πει σε κανέναν τίποτα. Κόβει τηλέφωνο. Κλείνει την τηλεόραση και την μεταφέρει στο υπόγειο. Σε δυο συγγενείς που κάθονταν αλλού τους είπε ότι πάει στο χωριό του άντρα της. Θα βγαίνει αραιά για τις προμήθειες και δε θ’ ανοίγει σε κανέναν. Οι λογαριασμοί θα έμεναν απλήρωτοι. Δεν άνοιγε φώτα κι όλοι οι ενδιαφερόμενοι πίστεψαν ότι λείπει σε ταξίδι. Της κόψανε το φως, όχι το νερό.
Μετά έναν ολόκληρο χρόνο ένας περίεργος γείτονας παραπονέθηκε για την άσχημη μυρωδιά που έβγαινε από το σπίτι της. Όταν παρά τα παρατεταμένα χτυπήματα δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση, παραβιάστηκε η πόρτα και στη κρεβατοκάμαρα βρέθηκε ένα σκελετωμένο πτώμα σε αποσύνθεση. Δύσκολα αναγνωρίστηκε από τους περίοικους και η τραγική υπόθεση έκλεισε χωρίς να ειπωθεί τίποτα περισσότερο.
