Η ΝΑΝΑ…ΚΑΙ Ο ΒΑΡΥΣ ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
της Ερατώς Ροδοπούλου
Όταν η Νανά με χαιρέτησε ο χώρος μου γέμισε φως. Αδύνατον να μην την συμπαθήσεις. Τη ρώτησα τι περίμενε να μάθει, γιατί είχε έρθει. Δεν ήταν ο τύπος της κοπέλας που έδειχνε να χρειάζεται συμβουλές. Μου εξήγησε πως είχα πελάτισσα την πιο στενή της φίλη, τη Μαριάννα. Της είχε πει τα καλύτερα και πως η επίσκεψη σ’ εμένα ήταν επιβεβλημένη. Έτσι, είχε έρθει για την εμπειρία.
Στα πρώτα φύλλα που έπεσαν παρουσιάστηκε ο άσσος σπαθί, όρθιος, το φύλλο του γάμου. Έπεσε μπροστά της, εκεί που κοιτούσε. Η θέση του έδειχνε ότι το γεγονός ήταν προ των πυλών. Όμως, ούτε αίσθημα υπήρχε, ούτε ισχυρή αντρική φιγούρα.
Οι λόγοι που κάνουν μια γυναίκα να παντρευτεί ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία, τη φάση που περνάει και το περιβάλλον της. Στα είκοσι παντρεύεται από παράφορο έρωτα, στα τριάντα για κοινωνική καταξίωση, στα σαράντα για να κάνει ένα παιδί, στα πενήντα από τον φόβο της μοναξιάς. Αυτά σε γενικές γραμμές, γιατί δεν είναι της παρούσης να αναλύσω το θέμα. Η Νανά δεν αφορούσε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες. Αναρωτήθηκα μήπως ο κύριος είχε κρυφές χάρες και έστρεψα την προσοχή μου στο «κρεβάτι» της. Αντί όμως να δω έναν άντρα, τον όποιον άντρα, φανερώθηκε η φιγούρα της μητέρας της, σημάδι ότι υπήρχε πρόβλημα. Είδα το πρόσωπό της κοπέλας να σκοτεινιάζει κι ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπό της καθώς άρχισε να μου λέει την ιστορία της.
Η Ξένια, η μητέρα της Νανάς, ήταν μεγαλωμένη στο χωριό. Στα τριάντα της είχε ξεμείνει μεγαλοκοπέλα. Τα καλά προξενιά είχαν φύγει, μάλλον τα είχε μίζερα αποδιώξει, ώσπου άρχισε να ξεσκονίζει το ράφι της. Όταν συνειδητοποίησε την κατάσταση, βλέποντας τα παιδιά των παλιών συμμαθητριών της ολοένα να μεγαλώνουν, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα παντρευόταν. Οπωσδήποτε.
Εκείνη την εποχή, στον κεντρικό δρόμο της γειτονικής επαρχιακής πόλης, η κυκλοφορία των αυτοκινήτων σταματούσε το βράδυ του Σαββάτου και της Κυριακής κι άρχιζε η «βόλτα», ένας περίπατος επάνω-κάτω και το ανάποδο. Εκεί, στη βόλτα, γίνονταν οι γνωριμίες, έδειχνες τα καλά σου ρούχα κι έκανες επίδειξη τον αρραβωνιαστικό σου. Εκεί ήταν και το καλό ζαχαροπλαστείο. Τα Σαββατόβραδα που έβγαιναν οι φαντάροι «εξόδου» έκαναν κι εκείνοι βόλτα. Μακριά από το σπίτι τους, ελαφρώς χαμένοι, μα με το καμάρι να υπηρετούν την πατρίδα, έλειωναν τις αρβύλες τους στο δρόμο περιμένοντας να δουν γυναίκες, να χαζολογήσουν, να έρθει η ώρα να αγοράσουν ένα σάντουιτς και να γυρίσουν πίσω στον στρατώνα.
Ντύθηκε, στολίστηκε η Ξένια, κρέμασε στο λαιμό το πεντόλιρο της μάνας της, μην την περάσουν για φτωχιά, πήρε την ξαδέρφη της την έμπιστη αλά μπρατσέτα κι ακολούθησε την πεπατημένη. Καθώς δεν ήταν άσχημη, κάθε άλλο μάλιστα, τράβηξε το βλέμμα ενός εικοσάχρονου φαντάρου που τα πρότυπά του «η ωραία γυναίκα είναι κοκκινομάγουλη και καπουλάτη» έβρισκαν πλήρη ανταπόκριση στην εμφάνισή της. Μετά από παιχνίδι ενός μηνός, όσο να κρατηθούν τα προσχήματα, του επέτρεψε να της μιλήσει, αρχικά σε μια γωνία και μετά σε απόμερο ζαχαροπλαστείο. Του έκρυψε μια πενταετία από την ηλικία της, αυτός για να αντεπεξέλθει μεγάλωσε τόσο όσο να είναι συνομήλικοι και το μοιραίο σύντομα επακολούθησε. Ο φαντάρος κατάφερε να εξασφαλίσει το σπίτι ενός δόκιμου, που του το παραχώρησε λόγω αντρικής αλληλεγγύης, κι από ήταν θέμα χρόνου η Ξένια να πετύχει τον σκοπό της. Να μείνει έγκυος.
Ο φαντάρος είδε το χάρο με τα μάτια του όταν προσπάθησε να αποποιηθεί τις ευθύνες. Απειλήθηκε με στρατοδικείο και φυλακή. Όταν κατάλαβε πως ήταν μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, δρασκέλισε με θάρρος κι αυταπάρνηση το χείλος του γκρεμού. Της έκανε επίσημη πρόταση γάμου, σαν να ήταν δική του απόφαση, σαν σωστός άντρας που αναλάμβανε τις ευθύνες των πράξεών του. Οι δικοί της δεν έφεραν την παραμικρή αντίρρηση. Ο πατέρας της, μάλιστα, κρυφά, σταυροκοπήθηκε. Ο άνθρωπος είχε πιστέψει πως του είχε μείνει αμανάτι. Φέρθηκε στον γαμπρό, τον Κώστα, με το παραπάνω καλά, μην και του την στείλει πίσω πακέτο με το μωρό. Ο φαντάρος πήρε καλή προίκα, την τελευταία στιγμή μάλιστα αξίωσε πανωπροίκι, όπως είχε σοφά καθοδηγηθεί από την Ξένια. Μετά από ένα τρικούβερτο γλέντι, που κράτησε δύο μέρες, να έχουν να λένε όλοι στο χωριό πως η Ξένια παντρεύτηκε με δόξα και τιμή, το νιόπαντρο ζευγάρι έφυγε για την Αθήνα, όπου και θα ζούσαν. Μετά από μερικούς μήνες γεννήθηκε ο αδελφός της Νανάς, ο Πέτρος, φτυστός η μάνα του.
Κόλλησε η κυρά- Ξένια πάνω στο παιδί, το αγάπησε με όλη της την καρδιά μιας και ο άντρας της ήταν φευγάτος, να προλάβει να ζήσει όσα κι οι άλλοι νεαροί της ηλικίας του. Εκείνη έκανε υπομονή. Σαν έξυπνη γυναίκα που ήταν αλλά και επειδή είχε λερωμένη τη φωλιά της, δεν του έκανε την παραμικρή σκηνή. Ήταν η γλυκιά σύζυγος που στόμα είχε και μιλιά δεν είχε, πάντα χαμογελαστή να τον καλοδέχεται ό,τι ώρα κι αν γύριζε, πρόθυμη ερωμένη, καλή νοικοκυρά, άψογη μάνα. Δεν επέτρεψε σε κανέναν να πει το παραμικρό. Αντίθετα, τον επαινούσε όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν σαν τον καλύτερο σύζυγο του κόσμου. Δουλευταράς, κουβαλητής, καλός πατέρας, άσε τα άλλα του… Ήταν πια όλα τόσο καλά που ο Κώστας, σαν να πείστηκε κι ο ίδιος από το παραμύθι, στα εικοσιέξι του μαζεύτηκε, συνθηκολόγησε με την κατάσταση κι έγινε κυρ-Κώστας. Μετά από μερικούς μήνες, σαν επισφράγιση των αλλαγών, γεννήθηκε η Νανά.
Ήταν ένα πανέμορφο μωρό, μια κούκλα. Ο πρώην άσωτος θεώρησε τη γέννησή της σαν την αρχή της νέας του ζωής. Όσο κι αν αγαπούσε το γιο του, ποτέ δεν είχε πάψει να τον βλέπει σαν την αιτία του γάμου του. Η κυρά-Ξένια, από την άλλη, δεν αισθανόταν βέβαιη για την αλλαγή του άντρα της. Τον έβλεπε να μένει σπίτι και να ασχολείται με την κόρη του κι απορούσε. Τεχνηέντως, για να σιγουρέψει το πράγμα, άρχισε να καλλιεργεί την αγάπη του για τη Νανά. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο δένονταν πατέρας και κόρη. Όσο εκείνη μεγάλωνε, άρχισαν να γελάνε με τα ίδια αστεία, να έχουν κοινά ενδιαφέροντα, ακόμα και στο γήπεδο την κόρη του έπαιρνε μαζί ο κυρ-Κώστας. Όταν πια η σύζυγος βεβαιώθηκε για την πίστη του άντρα της, ανακάλυψε πως πατέρας και κόρη είχαν κάνει κόμμα. Θύμωσε. Είχε κάνει τόση υπομονή να μαζευτεί «αυτός», για να βρει τον εχθρό μέσα στο σπίτι της; Είχε αντέξει, περιμένοντας πως κάποια ώρα θα αναγνωριζόταν η αξιοσύνη της, πως θα ζούσε όπως είχε ονειρευτεί, πως θα ένιωθε βασίλισσα στο σπίτι της και είχε πέσει θύμα του ίδιου της του σχεδίου; Ο πόλεμος ήταν αναμενόμενος και ξέσπασε όταν η μικρή μπήκε στην εφηβεία. Όπου έβρισκε το κορίτσι μόνο του, το ειρωνευόταν. Τίποτα δεν εύρισκε καλό πάνω της, τα πάντα της έφταιγαν. Της χαλούσε τη διάθεση με κάθε είδους σχόλια, από τα μαλλιά μέχρι τους βαθμούς της. Αντί να γίνει η φίλη που διαλαλούσε πως θα γινόταν, έγινε ο μεγάλος κριτής.
Στην αρχή η Νανά δεν αντέδρασε. Βλέποντας τον πατέρα της να μη μιλάει πίστεψε πως ίσως η μάνα της είχε δίκιο. Πέρασε καιρός για να καταλάβει πως όσο κι αν την αγαπούσε ο πατέρας της, για να πάρει το μέρος της θα έπρεπε να καυγαδίσει και ποιο αρσενικό αντέχει τις φωνές και τη γκρίνια; Πουλάει το τομάρι του για να έχει την ησυχία του. Από την άλλη, η Ξένια ήταν στρατηγός στα παιχνίδια. Αν η Νανά παραπονιόταν, αν τολμούσε να πει κουβέντα όταν ήταν όλοι μαζί, η Ξένια έβαζε τα κλάματα, ότι κανένας δεν την καταλάβαινε κι εκείνη μόνο το καλό τους ήθελε και μόνο εκείνη ήθελε το καλό τους.
Όταν μιλάς για τα κόλπα σου στους άλλους, κάποια στιγμή θα φανερωθούν. Όταν ένα μυστικό το ξέρει πάνω από ένας, το ξέρει ο κόσμος όλος, λένε. Κι όταν η θεία της που ήταν η έμπιστη της μάνας της, κατέβηκε από το χωριό και τη φιλοξένησαν βρήκε την ευκαιρία ένα πρωινό που λείπανε όλοι να της πει όσα είχε κάνει η μάνα της, «όχι για κακό, βέβαια, αλλά για να παινέψει την αξιοσύνη της». Η Νανά είδε καθαρά τι παιζόταν κι από εκεί και πέρα της έγινε έμμονη ιδέα να εκδικηθεί τη μάνα της που της είχε βγάλει το λάδι τόσα χρόνια με τις προσβολές της, με τις κακίες της μόνο και μόνο γιατί ήταν κόρη του πατέρα της. Δεν έκανε καυγάδες, κάθε άλλο μάλιστα. Ένας έντονος τσακωμός θα έφερνε τελεσίδικη ρήξη και ίσως θα έπρεπε να φύγει από το σπίτι, πράγμα που θα βόλευε τη μάνα της και θα ξεβόλευε εκείνη. Έπρεπε να βρει έναν άλλο τρόπο να την οδηγήσει στα όρια της απόγνωσης, αλλά και να μην φταίει κι όλας.
Πάνω σε κάποια συζήτηση για μια φιλική τους οικογένεια είδε την ευκαιρία που έψαχνε. Θα παντρευόταν τον μεγαλύτερο γιο, που την καλοκοιτούσε, αυτόν που η μάνα της δεν άντεχε και δεν συμπαθούσε διόλου. Θα έπαιρνε την περιουσία που της αναλογούσε και περισσότερα ίσως, γιατί η κυρά-Ξένια, με την μεγαλομανία της, δεν επρόκειτο να επιτρέψει να πουν πως πάντρεψε την κόρη της με το βρακί. Από όποια πλευρά κι αν το εξέταζε η λύση της άρεσε. Ο γάμος, μετά από γρίνιες, υστερίες και φωνές κανονίστηκε και, για να τον σιγουρέψει, εμπιστεύτηκε στη μητέρα της ότι «μπορεί να ήταν έγκυος».
Τι κι αν της μίλησα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα, τι κι αν της είπα πως δεν έβλεπα αυτόν τον γάμο να κρατάει γιατί θα ερχόταν ένας μεγάλος έρωτας, εκείνη ήταν ανένδοτη. Η εκδίκησή της ήταν «εγώ θα αυτοκτονήσω αλλά εσύ θα πονέσεις». Έφυγε κι ένωσα απογοήτευση, στεναχώρια. Βεβαίως η πρόβλεψή μου μιλούσε για έναν άντρα που θα εμφανιζόταν και θα της άλλαζε τη ζωή, αλλά κανένας δεν μπορεί να προβλέψει τι θα αποφασίσει να κάνει το ίδιο το άτομο.
Η Νανά παντρεύτηκε, έβαλε τη μητέρα της να πιει το ποτήρι ως το τέλος. Όπως έξυπνα τα είχε λογαριάσει, η κυρά-Ξένια δεν θέλησε να φανεί σε τίποτα κατώτερη από τη συμπεθέρα. Τα καλύτερα έπιπλα της πήρε, οι κουρτίνες στοίχισαν μια περιουσία, τα μαχαιροπήρουνα και το σερβίτσιο όσο ένα αυτοκίνητο. Μέχρι που τα προσκλητήρια γράφτηκαν με το χέρι, από ειδικό. Ο κυρ-Κώστας συνόδεψε καμαρωτά την κόρη του στην εκκλησία, με τον αδελφό να ακολουθεί από δίπλα. Ο γαμπρός την περίμενε στα σκαλιά με χαμόγελο ευτυχίας και απέδωσε το πονηρό της βλέμμα σε αυτά που θα επακολουθούσαν όταν η αυλαία θα έπεφτε. Πόσο λάθος είχε…. Πάνω στις ετοιμασίες του γάμου ο μεγάλος έρωτας είχε εμφανιστεί.
Κάποιο απόγευμα, η Νανά πήρε τη Μαριάννα, οποία μου μετέφερε εκ των υστέρων τα καθέκαστα, για να πάνε να ψάξουν για τα παπούτσια του γάμου. Είχαν ήδη μπει σε αρκετά καταστήματα αλλά η Νανά δεν εύρισκε κάτι να της αρέσει. Αποφάσισαν να κάνουν ένα διάλειμμα πριν ξεχυθούν και πάλι στην αγορά. Ξαφνιάστηκαν όταν ένας νέος άντρας τις πλησίασε και τους ζήτησε να του επιτρέψουν να καθίσει λίγο μαζί τους καθώς ήθελε να τους πει κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Με το που κάθισε ο Χάρης στράφηκε στη Νανά. Την παρακολουθούσε από ώρα. Από την πρώτη στιγμή που την είχε δει να διασχίζει τον δρόμο είχε νιώσει ένα σκίρτημα που τον ώθησε να την ακολουθήσει. Αυτό που έκανε ήταν εντελώς αντίθετο από τον χαρακτήρα του, παράτολμο θα μπορούσε να το πει, δεν θα συγχωρούσε όμως τον εαυτό του να μην της μιλήσει, να την αφήσει να προσπεράσει.
«Σε ένα μήνα παντρεύομαι», αντιπαράθεσε εκείνη.
«Έχεις ένα μήνα να το ξανασκεφτείς», την αποστόμωσε.
Στο μήνα που απόμενε για τον γάμο συναντήθηκαν αρκετές φορές, τόσες όσες χρειάζονταν για να καταλάβουν ότι όταν μιλούσαν για ταίριασμα, ευτυχία, αγάπη, εννοούσαν το ίδιο πράγμα. Όμως, όσο δυνατό κι αν ήταν αυτό που ένιωθε η Νανά για τον Χάρη, ο έρωτας της εκδίκησης ήταν ισχυρότερος.
«Άσε με να κάνω τον γάμο να μπω στο μάτι της μάνας μου και μετά την εκκλησία τον παρατάω και είμαι δική σου. Άρχισα ένα παιχνίδι και θέλω να το φτάσω στο τέλος. Αν μ’ αγαπάς και με εμπιστεύεσαι, θα περιμένεις», του είπε. Κι εκείνος περίμενε, είτε γιατί ήταν έξυπνος, ή γνώριζε καλά τις γυναίκες, ή γιατί από ένστικτο κατάλαβε πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτήν να κλείσει την κόντρα της με αυτόν τον τρόπο. Τώρα η Νανά και ο Χάρης ζούσαν μαζί και περίμεναν να βγει το διαζύγιο για να παντρευτούν. Με τη μητέρα της δεν είχαν παρτίδες. Ακόμα, τουλάχιστον.
