Η ΑΓΕΝΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑ
της Ερατώς Ροδοπούλου
Με ρωτούν εάν έχω προσωπικά συναισθήματα για τους ανθρώπους που συναντώ. Ο ρόλος μου δεν είναι να κρίνω, αλλά να κατανοώ, είμαι με το μέρος του ατόμου που κάθεται απέναντί μου και θέλω το καλό του, εκτός από μια μοναδική φορά που έπιασα τον εαυτό μου να είναι ιδιαίτερα ενοχλημένος.
Βρισκόμουν σε καλοκαιρινές διακοπές κι απολάμβανα τον ήλιο και τη θάλασσα μετά από έναν κουραστικό χειμώνα. Συμπτωματικά είχα συναντήσει παλιούς φίλους και οι μέρες κυλούσαν καλύτερα από ότι περίμενα. Μέχρι την ημέρα που μια φίλη που ζούσε μόνιμα στο νησί με παρακάλεσε να δω μια κοπέλα. Κι έτσι, το επόμενο απογευματάκι γνώρισα την Ευγενία που τη φώναζαν Τζένη. Έτσι κι έγινε.
«Έχεις σχέση με κάποιον που είναι παντρεμένος», ξεκίνησα την πρόβλεψή μου. Εσύ του ζητάς να χωρίσει αλλά παρόλο που θέλει να είναι μαζί σου, διστάζει. Παράλληλα υπάρχει και ένας άλλος άντρας, σε απόσταση. Αυτός είναι μεγαλύτερος, έχει μεγάλη οικονομική άνεση και θέλει να σε παντρευτεί. Εσύ είσαι όμως κολλημένη στον πρώτο, τον θέλεις οπωσδήποτε και θα κάνεις τα πάντα για να τον έχεις»,
Έσκασε στα γέλια. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα και γύρισε μασουλώντας ένα κομμάτι ψωμί χωρίς να έχει σταματήσει να γελάει.
«Για πες μου, λοιπόν, τελικά θα χωρίσει ο τύπος, θα μείνει μαζί μου;» με ρώτησε και χωρίς να περιμένει πέρασε στο επόμενο στάδιο, να μου πει την ιστορία από την αρχή «για να καταλάβω καλύτερα».
«Γνώρισα τον Βαγγέλη συμπτωματικά. Ξεκίνησα ένα πρωί να πάω στη δουλειά μου, είχε πιάσει βροχή με το τουλούμι και κάτι έπαθε το αυτοκίνητό μου. Μου ήρθε τρέλα. Τι μπορούσε να έχει πάθει καινούργιο αυτοκίνητο; Δώρο του άλλου, το καλύτερο μου είχε πάρει. Το τράβηξα στην άκρη του δρόμου και έκατσα πλάι με μια ομπρέλα παρακαλώντας μέσα μου να περάσει κάποιο ταξί.
Λες και οι προσευχές μου εισακούστηκαν και νάσου ο Βαγγέλης. Με πήγε στη δουλειά μου κι όταν το μεσημέρι τέλειωσα με περίμενε για να πάμε στο συνεργείο που είχε ο ίδιος ειδοποιήσει. Τον παρακάλεσα να βρεθούμε το βράδυ για να τον κεράσω και δέχτηκε. Παρόλο που εγώ είχα κάνει την πρόσκληση δεν με άφησε να πληρώσω. «Οι γυναίκες δεν πληρώνουν», μου είπε. «Τότε γιατί βγήκες μαζί μου;» τον ρώτησα. «Για να σε ξαναδώ», απάντησε κοιτώντας με κατάματα. Ένιωσα κάτι να σκιρτάει μέσα μου. Τον ήθελα, με τρέλαινε.
Μετά το φαγητό του πρότεινα να έρθουμε στο σπίτι μου για καφέ. Σχεδόν τον αποπλάνησα. Το σμίξιμό μας ήταν τέλειο! Ένιωσα πως αυτός ήταν ο άντρας που ήθελα να περάσω μαζί του την υπόλοιπη ζωή μου. Δεν τον είχα γνωρίσει τυχαία.
Δεν μου έκρυψε τίποτα. Μου είπε ότι συζούσε για χρόνια με μια Σκανδιναβή που είχε έρθει για διακοπές στο νησί, το ερωτεύτηκε και έμεινε. Ήξερε να υφαίνει και έτσι σύντομα άρχισε να εργάζεται. Έμεινε κοντά του ακόμα και όταν οι δικές του δουλειές δεν πήγαιναν καλά, όταν φαλίρισε η ταβέρνα που είχε ανοίξει. Τον στήριξε, τον βοήθησε και του στάθηκε. Μεταξύ μας, όμως, πού να πήγαινε; Είναι και άσχημη και μεγαλύτερή του. Άσε που τόσα χρόνια δεν κατάφερε να μάθει να μιλάει τη γλώσσα. Ακόμα και τώρα στα Αγγλικά συνεννοούνται.
Έκανα υπομονή να τον αφήσω να διαλέξει. Με τη λαχτάρα που έδειχνε για εμένα, ήμουν σίγουρη ότι στο εξάμηνο θα την παρατούσε. Έλα όμως που αυτή η βρώμα μάλλον κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε και δεν άργησε να μείνει έγκυος. Το πιστεύεις; Μετά από δέκα χρόνια που ζούσαν μαζί, βρήκε την ώρα να γκαστρωθεί! Θα περιμένω να γεννήσει το μωρό, αυτός βέβαια θα το αναγνωρίσει και μετά θα την παρατήσει. Θα μείνει μαζί μου γιατί εμένα αγαπάει. Αυτό δεν είδες;»
Την κοίταξα λοξά. Δεν της είχα πει τίποτα τέτοιο, μόνη της έβγαζε τα συμπεράσματά της. Χωρίς να της απαντήσω συνέχισα το ρίξιμο για τη δεύτερη σχέση, που ήταν παλιότερη. Αυτός ο άντρας έδειχνε ώριμος και φαινόταν να ενδιαφέρεται πραγματικά για εκείνη.
«Καλά τα λες εσύ, αλλά εγώ έχω χάσει το ενδιαφέρον μου για δαύτον. Αυτόν, τον Γιάννη, δεν τον ερωτεύτηκα ποτέ, δεν ένιωσα τίποτα από όσα νιώθω για τον Βαγγέλη. Έκανα μάθημα στο παιδί του, έτσι τον γνώρισα.
Όταν πήγα στο σπίτι του τα έχασα από την πολυτέλεια. Ίδιο με αυτά που βλέπουμε στα περιοδικά. Συνάντησα τη γυναίκα του και το κοριτσάκι, τα συμφωνήσαμε και άρχισα να πηγαίνω δυο φορές την εβδομάδα. Τον σύζυγο δεν τον είχα δει ποτέ μέχρι τους έξι μήνες, που, καθώς έφευγα, έπεσα επάνω του. Με παρακάλεσε αν είχα χρόνο να μείνω λίγο περισσότερο να μιλήσουμε για την πρόοδο της μικρής. Στη συζήτησε που ακολούθησε με εντυπωσίασε η εξυπνάδα του και ο δυναμισμός του. Τέλος πάντων, την επόμενη εβδομάδα, την ώρα που έφευγα, με περίμενε λίγο παρακάτω και μου πρότεινε να πάμε κάπου για φαγητό. Με πήγε σε ένα ακριβό εστιατόριο, με περιποιήθηκε με κάθε τρόπο και στο τέλος της βραδιάς μου ζήτησε να με ξαναδεί. Πήρα την ιστορία ανάλαφρα. Όσο κρατήσει, είπα από μέσα μου. Θα με βγάλει, θα με πάει στα μπουζούκια, θα μου κάνει τα δωράκια μου, τι έχω να χάσω; Έτσι συνέχιζα να τον βλέπω για έξι μήνες.
Ο Γιάννης, όμως, δεν είχε άλλη περιπέτεια μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν άπειρος. Έδωσε λαβές και το κατάλαβε η γυναίκα του, που έφερε τα επάνω κάτω. Τι κυρία και τρίχες…. Με αποκάλεσε τσουλάκι κι άλλα πολλά. Μεταξύ μας, αν δεν φερόταν έτσι άσχημα, μπορεί και να είχε λήξει η υπόθεση. Όμως δεν ανέχομαι να με βρίζουν, έχω έναν εγωισμό, μια αξιοπρέπεια. Αυτή φταίει, με φούντωσε. Είπα μέσα μου «θα σου δείξω εγώ ποια είναι η Τζένη». Βασίστηκα στην αδυναμία που μου έδειχνε ο Γιάννης, του έκανα τα κόλπα μου και τον τρέλανα, να μην μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα. Τι του έλεγα ότι θα αυτοκτονήσω, τι του έλεγα να πάει στη γυναίκα του και να με αφήσει να βρω κάποιον άλλο, τι ότι είχα γνωρίσει κάποιον και ήμουν έτοιμη να τον αρραβωνιαστώ για να ξεχάσω εκείνον! Δεν ήξερε τι να κάνει. Όταν κάποια στιγμή ένιωσα ότι ήταν η ώρα κατάλληλη, του είπα ότι δεν μπορούσε να τα έχει όλα. Ή εμένα ή εκείνη. Και βέβαια με προτίμησε γιατί η γυναίκα του έκανε το κλασικό λάθος να τον βρίζει με τα χειρότερα λόγια και να του κάνει τη ζωή δύσκολη!
Πήρα το αίμα μου πίσω όταν ήρθε η ‘κυρία’ να με παρακαλέσει να τους αφήσω στην ησυχία τους. «Θα σας άφηνα, αλλά αυτά παθαίνει όποιος λέει τη Τζένη τσουλί», της είπα. «Αν ήσουνα κι εσύ τσούλα, θα τον είχες τον άντρα σου. Τώρα τον έχω εγώ». Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο διασκέδασα με το απορημένο της ύφος. Κουβέντα δεν είπε. Μάζεψε τα μούτρα της κι έφυγε από μπροστά μου.
Αποφασίσαμε με το Γιάννη να μείνουμε μαζί. Βρήκαμε ένα ωραίο σπίτι και εγκατασταθήκαμε. Μέχρι Φιλιππινέζα μου είχε να μην κουράζομαι. Με σταμάτησε κι από τα μαθήματα, κάλυπτε εκείνος όλα τα έξοδα. Έβαλε μπροστά για το διαζύγιο.
Για αρκετό χρονικό διάστημα πέρναγα καλά. Πού με έχανες πού με εύρισκες, όλο στα μαγαζιά ήμουν για ψώνια. Μετά όμως άρχισα να βαριέμαι. Ρουτίνα βρε παιδάκι μου, χανόταν το πάθος. Ερχόταν κουρασμένος από τη δουλειά του, έκανε μπάνιο, τρώγαμε και άραζε. Βγαίναμε βέβαια τακτικά, αλλά ένιωθα ότι κάπου έλειπε η μαγεία, η ένταση. Έτσι θα ήταν η ζωή μου από εδώ και πέρα; Άρχισε να με ενοχλεί που τον περίμενα τα βράδια. Ήθελα να βγω με την παρέα μου, να πάω σε μπαράκι, να ξενυχτήσω και όχι να ακούω το ροχαλητό του δίπλα μου.
Ο διορισμός μου ήρθε κουτί. Έκανε σαν τρελός να μην φύγω. Ήμουν ανένδοτη. «Ένας χρόνος είναι, αγάπη μου, θα γυρίσω πριν το καταλάβεις. Εξάλλου, γι’ αυτό δεν σπούδασα;» Έτσι ήρθα στο νησί. Οργανώθηκα αμέσως, βρήκα παρέα κι ανάσανα. Έγινα η παλιά καλή Τζένη. Μετά ήρθε κι ο Βαγγέλης στη ζωή μου και όλα μπήκαν στη θέση τους. Τώρα, με την εγκυμοσύνη της, είμαι υποχρεωμένη να περιμένω μέχρι να βρει τον τρόπο να της το πει. Τα νεύρα μου έχουν σπάσει κι έχω αποφασίσει πως αν δεν το κάνει αυτός θα το κάνω εγώ. Σε έπρηξα όμως. Για πες μου, τι βλέπεις; Θα τα καταφέρω;»
Δυστυχώς δεν μπόρεσα να της δώσω τις απαντήσεις που θα ήθελε να ακούσει. Καμία από τις δυο σχέσεις δεν θα είχε καλή κατάληξη. Ο Βαγγέλης, ένας απλός άνθρωπος, δεν θα πετούσε εύκολα τόσα χρόνια συμβίωσης, ήδη είχε αρχίσει να κάνει πίσω με την πίεση που του ασκούσε η Τζένη, Μπορεί να τον έλκυε αλλά η σκέψη του παιδιού του που σύντομα θα γεννιόταν του απορροφούσε όλη του την προσοχή, προετοιμαζόταν για τον ρόλο του πατέρα.
«Θα σε στεναχωρήσω αλλά δεν βλέπω στέριωμα με αυτόν τον άνθρωπο. Και έχε τον νου σου και με τον άλλο, το Γιάννη, γιατί τώρα που έφυγες τον έχει πλευρίσει πάλι η γυναίκα του».
«Μωρέ τι μας λες, εγώ δεν γεννήθηκα για να χάνω! Θέλω τον Βαγγέλη και θα τον έχω, όσο για τα χαρτιά σου, χάρισμά σου. Να σε πληρώσω και να φύγεις», σχεδόν ούρλιαξε.
Με ανάμεικτα συναισθήματα έκατσα σε μια καφετέρια να ξαποστάσω. Είχα ταραχτεί, ο τρόπος της ήταν απαράδεκτος. Ταράχτηκα όμως ακόμα περισσότερο όταν άκουσα τη φωνή της πίσω από την πλάτη μου.
«Το περίμενα ότι θα ήσουν εδώ», στρογγυλοκάθισε στην καρέκλα απέναντί μου. «Βλέπεις, έχω κι εγώ διαίσθηση! Μάλλον δεν σου έδωσα να καταλάβεις τι εννοούσα όταν σου είπα πως ο Βαγγέλης είναι ο άντρας της ζωής μου. Πρόκειται για σχέση καρμική, το ξέρω βαθιά μέσα μου. Αν σου το είχε εξηγήσει καλύτερα, θα το έβλεπες κι εσύ».
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Όχι μόνο μου επέβαλε την παρουσία της, προσπαθούσε να μου πει πώς να κάνω τη δουλειά μου. Αρκετά την είχα ανεχτεί.
«Άκουσε, κοριτσάκι μου», της μίλησα ξερά και χωρίς περιστροφές. «Σου είπα αυτά που έβλεπα, ο καιρός θα δείξει αν έχω δίκιο. Η μεταξύ μας επαφή ήταν για όσο διάρκεσε η συνάντησή μας. Τώρα σε παρακαλώ να με αφήσεις μόνη μου».
Φοβήθηκα μην δημιουργήσει σκηνή, αλλά εκείνη με κοίταξε περιφρονητικά και μου γύρισε την πλάτη. «Να τι παθαίνεις όταν παραβιάζεις τις αποφάσεις σου», είπα στον εαυτό μου. «Αν δεν είχες δεχτεί, δεν θα είχες ταραχτεί τόσο».
Θυμήθηκα τη Τζένη όταν μου τηλεφώνησε η Κατερίνα για Χριστουγεννιάτικα Χρόνια Πολλά. Στην κουβέντα μου είπε ότι θα βάφτιζε εκείνη το παιδί του Βαγγέλη, ένα κοριτσάκι.
«Τι απόγινε;» ρώτησα διστακτικά.
«Όλα καλά, ο Βαγγέλης είναι μια χαρά, έμεινε με τη γυναίκα του. Κατάφερε να απαλλαγεί από τη Τζένη, μετά από μεγάλο αγώνα. Έγιναν πολλά, ας μην τα συζητάμε τώρα. Αυτή είναι ακόμα εδώ, μου είπε ότι την παράτησε κι ο άλλος γιατί έμαθε ότι έπαιζε σε διπλό ταμπλό. Τώρα έχει βρει άλλο θύμα, έναν υψηλά ιστάμενο παντρεμένο κύριο. Μου εκμυστηρεύτηκε πως της υποσχέθηκε ότι σύντομα θα χωρίσει».
