Φρέσκα

Απόστολος Γεωργίου…Αισθητική ίσον ηθική

Δήμητρα Τριανταφύλλου

Από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της γενιάς του 1980, πιστός εραστής της ζωγραφικής και του τελάρου, με έργο βαθιά υπαρξιακό κι αυτοβιογραφικό και με διεθνή αναγνώριση…

…μου θυμίζει παλιά ρεμπέτικα τραγούδια, Έλληνες βγαλμένους από τη δεκαετία του ’60, ασπρόμαυρο ελληνικό σινεμά, παραιτημένα ζευγάρια, ανθρώπους με αυλακωμένα πρόσωπα και σκληρά από το μόχθο χέρια, συχνά εγκλωβισμένους μέσα σε τριμμένα από τη φθορά κοστούμια. «Υπάρχει πάντα πόνος σε όλα όσα μας περιστοιχίζουν, και δυστυχία και βάσανος και σκέψη» θα μου πει λίγο αργότερα, όταν του πω τις εντυπώσεις μου για το έργο του. Ύστερα, η επιλογή του να μην κυκλοφορεί και να μην εντάσσεται στο καλλιτεχνικό σύστημα. Το οποίο… «τη δεκαετία του 1970 μύριζε γεροντίλα, ενώ πριν από λίγα χρόνια, που η τέχνη ήταν πολύ της μόδας, μύριζε trendίλα. Αλλά ακόμα και σε αυτό τον τομέα, στην Ελλάδα, ξένα κόλλυβα τρώγαμε. Το καλό, πάντως, σήμερα είναι ότι υπάρχουν περισσότεροι καλοί καλλιτέχνες απ’ ό,τι παλιότερα»…

Η ιστορία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, όπου γεννήθηκε το 1952,γόνος μιας εύπορης, καλλιτεχνικής οικογένειας (με πατέρα και μητέρα πιανίστες). «Ξεκίνησα να ζωγραφίζω στα δεκαέξι. Είχα μια καθηγήτρια καλλιτεχνικών Γιαπωνέζα και την είχα ερωτευτεί. Έβαζα τα δυνατά μου για να την εντυπωσιάσω. Στη πραγματικότητα, το να γίνω καλλιτέχνης μέσα στο περιβάλλον όπου μεγάλωσα ήταν μονόδρομος. Κaι αυτονόητο ότι η κατεύθυνση θα ήταν ζωγράφος. Μου ήταν το πιο προσεγγίσιμο, μου φαινόταν η πιο εύκολη τέχνη. Στην οικογένειά μου δεν ήμασταν ιδιαίτερα πρακτικοί άνθρωποι. Οι γονείς μου δεν είχαν αντίρρηση με τη ζωγραφική, αλλά ήθελαν και κάτι πρακτικό, μια θετική επιστήμη για να βγάζω χρήματα. Τους έκανα τη χάρη και σπούδασα αρχιτεκτονική. Φυσικά, το ήξεραν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κάτσω να ασχοληθώ και να δώσω εξετάσεις εδώ κι έτσι έφυγα έξω».

Προσωπικά άγχη κι αδιέξοδα δοσμένα άλλοτε με λεπτό χιούμορ, άλλοτε με τρυφερότητα ή σαρκασμό. Μου φαίνεται ότι η αίσθηση της απαισιοδοξίας είναι σχεδόν πάντα εκεί. «Αυτοί που αγοράζουν τα έργα μου ξέρουν για αυτό το στοιχείο της σκέψης και του πόνου που σου έλεγα ότι υπάρχει σε όλα. Γνωρίζουν ότι στο σαλόνι τους δεν θα βάλουν λουλουδάκια και πουλάκια, αλλά έναν τύπο που κόβει το κεφάλι του ή τραβάει τα μαλλιά του από την απελπισία»…

Φωλιάζουν πολιτικές δηλώσεις σε αυτές τις απελπισμένες κινήσεις; Κρύβονται υποδόρια μηνύματα σε αυτά τα μελαγχολικά βλέμματα; «Δεν έχει υπάρχει ζήτημα αν ένα έργο είναι πολιτικό ή όχι, αυτό είναι θέμα επιλογής του καλλιτέχνη, άσε που πάντα όλα τα έργα είναι πολιτικά, αφού ανήκουν μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής τους. Το ζήτημα είναι αν το έργο λέει και κάτι άλλο πέρα από αυτό που δείχνει σε πρώτο επίπεδο. Για μένα ζωγραφική σημαίνει αποδοχή. Είναι το μέσο μου να επικοινωνώ με τους ανθρώπους, η δύναμή μου στον κόσμο. Επίσης, αισθητική ίσον ηθική».

Καθώς κυλάει η κουβέντα οι γυναίκες κάνουν συχνά την εμφάνισή τους, πάντα σε ρόλο μιας ξεχωριστής αγαπημένης. «Όταν κυνηγάς μια γυναίκα είσαι τόσο ράκος, που δεν μπορείς να ασχοληθείς με τίποτα άλλο. Η γυναίκα είναι η μεγάλη μου αγάπη» λέει χαρακτηριστικά. Τότε γιατί εμφανίζονται τόσο σπάνια στα έργα σας; ρωτάω. «Έχεις δίκιο, η αναλογία στους πίνακές μου είναι περίπου μια γυναίκα για τρεις άντρες. Συχνά έλεγα κι εγώ στον εαυτό μου, βάλε μια γυναίκα, ρε παιδί μου, στον πίνακα. Όμως ο άνδρας δεν εμφανίζεται ως το φύλο του, αλλά ως οντότητα, το ανθρώπινο ον».

Ζητάω να μου αποκαλύψει μερικά πράγματα για τον εαυτό του, δυο-τρεις αναμνήσεις, κάτι που του είπαν κι έμεινε. «Είμαι υπερκινητικός άνθρωπος, έχω πρόβλημα συγκέντρωσης και ειδικά στο βλέμμα. Τα μάτια μου διαρκώς κυνηγούσαν κι ακόμα κυνηγούν κάτι. Είμαι πολύ δουλευταράς, αλλά μερικές φορές και πολύ τεμπέλης. Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι αν ήμουν λιγότερο τεμπέλης κι είχα κάνει πιο πολλές εκθέσεις, αν είχα ξαναφύγει στο εξωτερικό, αν, αν , αν… αλλά μετά σκέφτομαι ότι δεν θα είχα κερδίσει όλα αυτά τα ωραία χρόνια, τη βάρκα μου, το ψάρεμα… Ο πατέρας μου, που ήταν πάντα περαστικός από το σπίτι αφού είχε χωρίσει με τη μητέρα μου, μου έλεγε: «Αυτό που κάνεις να έχει ένταση, να είναι αληθινό και να το κάνεις καλά». Μου έμεινε αυτή η φράση και την έλεγα κι εγώ στο γιο μου. Κάποιες φορές, την ώρα που ζωγράφιζα, σταματούσα ξαφνικά κι αναρωτιόμουν: έχει τελικά ένταση αυτό που κάνω; Έλεγε ακόμα ο πατέρας μου: «Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν σύνταξη στα 20 και στα 30, όταν είναι ακόμα δημιουργικοί και μπορούν να ρουφάνε διαρκώς πράγματα, και να παίρνουν μισθό όταν είναι 50 και έχουν κατασταλάξει μέσα τους όλα αυτά που είδαν. Εν μέρει το τήρησα αυτό, γιατί στα 50 ασχολούμουν με τη ζωγραφική μου πολύ περισσότερο απ’ όταν ήμουν νέος»…

Αποσπάσματα – πηγή: https://www.athensvoice.gr/culture/arts/22116_apostolos-georgioy