Φρέσκα

Η Μάγδα…και η Αντρική Ταυτότητα.

της Ερατώς Ροδοπούλου       

            Τι κάνει έναν άντρα να πληρώνει το κρεβάτι του;  Τι τον ωθεί να κάνει ακριβά δώρα, να παρέχει; Η απορία μου δημιουργήθηκε από γεγονότα που αφορούν το παρακάτω ζευγάρι.

            Εκείνος είναι επιχειρηματίας, επιτυχημένος εντός και εκτός Ελλάδας. Παντρεμένος πάνω από εικοσαετία, συμβιώνει τυπικά με την σύζυγο, διατείνεται αμοιβαία »κατανόηση», για τα παιδιά. Γύρω στα πενήντα αλλά με εμφάνιση νεότερου. Καλοβαλμένος.

            Εκείνη είναι νεότερη κατά εικοσιπέντε χρόνια, μορφωμένη, εργαζόμενη. Της παρέχει υλικά αγαθά, πέρα από συναίσθημα. Ήδη της έχει δωρίσει ένα αυτοκίνητο και ετοιμάζεται να της αγοράσει διαμέρισμα.

            Ρώτησα άντρες φίλους μου γιατί συμβαίνουν τα παραπάνω. Πήρα ποικίλες απαντήσεις, σχετικά διαφωτιστικές, αλλά καμία δεν έκανε το κλικ που περίμενα, δεν ευχαρίστησε το μυαλό μου, τη λογική μου. Μου μίλησαν για την κρίση της μέσης ηλικίας, για βλακεία, ένας μάλιστα μου ανέφερε για μια τρίχα που τραβάει καράβι. Τι να συμπεράνω;

            Ξεχύθηκα στα βιβλιοπωλεία. Περιέγραψα το θέμα της απορίας μου σε ενημερωμένο πωλητή, ο οποίος, ως άνδρας, επιμελώς απέφυγε να μου πει τη γνώμη του. Μου πρότεινε δύο βιβλία λογοτεχνίας που είχαν μεγάλη πέραση!

            Είναι όμως καιρός να ξεκινήσω την ιστορία μου.

            Όταν πρωτοείδα τη Μάγδα, σε φιλικό σπίτι, αμέσως σκέφτηκα: να η Άρτεμις. Ψηλή, με μακριά πόδια και πανέμορφη, μου θύμισε τη θεά του κυνηγιού, όπως την ξέρουμε από τα αγάλματα και τα βιβλία της ιστορίας. Είχε έρθει μόνη της, ασυνόδευτη, πράγμα περίεργο για μια κοπέλα σαν αυτήν. Την ώρα που σερβιριζόμασταν στον μπουφέ πέσαμε δίπλα δίπλα, όχι τυχαία, ομολογώ. Καθώς προσπαθούσα να καρφώσω ένα μεζέ που με τα βίας έφτανα, προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει.

            «Τι ρομαντικός τρόπος να γνωριστούμε», παρατήρησα καθώς καθίσαμε μαζί να απολαύσουμε τη γευστικότατη λεία μας. Αφού δοκιμάσαμε αμίλητες απ’ όλα, ήπιαμε μια γουλιά κρασί και αρχίσαμε να συζητάμε γα πράγματα αδιάφορα,  ό,τι δηλαδή κάνουν οι περισσότεροι στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Όταν με ρώτησε τι δουλειά κάνω, της είπα και περίμενα την αντίδρασή της. Η Μάγδα δεν έκανε σχόλια αλλά μετά από δεκαπέντε ημέρες μου τηλεφώνησε για να συναντηθούμε.

            Ήρθε με τα λουλούδια της. Μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και απλώθηκε στην καρέκλα, χάρμα οφθαλμών.

            «Τελικά οι κανόνες γίνονται για να παραβιάζονται», είπε. «Κάποτε πήγαινα συχνά, αλλά είχα μια δυσάρεστη εμπειρία και αποφάσισα να το κόψω. Στην περίπτωσή σου όμως όλοι μου είπαν τα καλύτερα, οπότε κάμφθηκα. Για… κάνε παιχνίδι!» γέλασε.

            Στρώνω τα φύλλα και τι να δω; Όλοι οι Ρηγάδες δίπλα της. Σε άλλες κάνω αμάν να τους ξετρυπώσω κι εδώ μου περίσσευαν. Τους πήρα με τη σειρά, ξεκινώντας με την παλιά σχέση. Επρόκειτο για κάποιον που πρωταρχική του έννοια ήταν η δουλειά του καθώς μόλις ξεκινούσε να δημιουργείται. Ταυτόχρονα φαινόταν ότι η μητέρα αλλά και η αδελφή του τον απομυζούσαν οικονομικά, περίμεναν από αυτόν να τις συντηρήσει. Η ιστορία είχε χαλάσει εξ αιτίας της αδερφής. Την αισθανόμουν γκρινιάρα και πικρόχολη, ανικανοποίητη. Ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένη, ολοένα ζητούσε να γίνεται το δικό της.

            Η Μάγδα επιβεβαίωσε τα λεγόμενά μου. Η αδερφή είχε πάρει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας όταν παντρεύτηκε και διεκδικούσε και το πατρικό σπίτι. Γι αυτό εκείνος ένιωθε αδικημένος, αποπαίδι, πως η μάνα και η κόρη είχαν κάνει κόμμα, διαφέντευαν την ζωή του.

            «Δηλαδή, λες πως δεν υπάρχει άλλη γυναίκα;»

            «Όχι», απάντησα κατηγορηματικά. «Πέρα όμως από τους δικούς του κι εσύ έχεις βάλει το χεράκι σου».  

            «Το διάστημα που ήμασταν χώρια γνώρισα έναν άλλο άντρα και για να τον πικάρω του το είπα. Σκέφτηκα πως αν ζήλευε, θα με διεκδικούσε. Του είπα πως ο άλλος είναι επιτυχημένος  αλλά εγώ εκείνον αγαπάω»

            «Είσαι σοβαρή; Εδώ κοιτάμε να τα κρύψουμε κι εσύ τα βγάζεις στη φόρα;   Κι ύστερα περίμενες από κάποιον που τον έκανες να αισθανθεί κουνούπι να βρει το κουράγιο να αισθανθεί ελέφαντας; Πού ζεις, γλυκιά μου; Θα βρει μια να τον θαυμάζει, να τον ανεβάζει. Ή νομίζεις πως έχουν δυσκολία οι άντρες να κάνουν σχέση; Για να δω τι έχει γίνει και με τον άλλον».

            Αυτός ήταν ο άντρας ήταν μεγαλύτερος, δημιουργημένος αλλά και παντρεμένος. Στα χαρτιά του φαινόταν να ενδιαφέρεται και να έχει αισθήματα για εκείνη. Βέβαια, δεν ήταν ο ιδανικός, ξεκαθάρισα την θέση μου.             

            «Αυτό που βλέπω είναι πως η σχέση με τον πρώτο έχει τελειώσει, μην περιμένεις. Επίσης βλέπω να στηρίζεσαι πολύ στον δεύτερο, τον Στέλιο. Τον βλέπω να αποκτά όγκο στη ζωή σου».  

            «Τι μπορώ να περιμένω από έναν παντρεμένο; Μου έχει πει πως δεν πρόκειται να χωρίσει με την γυναίκα του. Άλλωστε, δεν είμαι η πρώτη εξωσυζυγική περιπέτεια που είχε. Στην αρχή που βγαίναμε είχε κι άλλες, ταυτόχρονα μ’ εμένα. Δεν ήταν κάτι που το έκρυβε. Όταν όμως ανακάλυψε όμως ότι εκείνο το διάστηκα ψαχνόμουν, θύμωσε πολύ.  Του είπα τότε πως δεν είχε δικαίωμα να μου κάνει σκηνές, να απαιτεί αποκλειστικότητα εφόσον κι εκείνος δεν έκανε το ίδιο. Καλά η γυναίκα του, οι άλλες όμως; Ας τις έδιωχνε και το συζητούσαμε. Πίστεψα πως θα μου ζητούσε να χωρίσουμε. Φαίνεται όμως πως τον στρίμωξα, δεν το περίμενε.  Μου πρότεινε να δώσουμε αμοιβαίες υποσχέσεις πως θα είμαστε πιστοί ο ένας στον άλλο. Δέχτηκα. Την επόμενη ημέρα μου έκανε δώρο ένα μονόπετρο, σαν επισφράγιση των όσων είχαμε πει».

            «Παρόλα αυτά εσύ κοιτάς γύρω σου για κάτι άλλο, αυτό βλέπω».

            «Πάντα ενδιαφέρομαι για το καλύτερο», μου απάντησε με την ειλικρίνεια που σκοτώνει.

            «Κοίτα να κάνεις μια επιλογή που σου ταιριάζει», τη συμβούλεψα. «Δεν κάνεις σχέση γιατί σου αρέσουν τα μάτια του μόνο. Πρέπει να ξεκαθαρίσεις μέσα σου τι ζητάς και να έχεις ρεαλιστικές προσδοκίες».

            «Για δώσε μου ένα παράδειγμα να καταλάβω τι να περιμένω. Για εσένα, για παράδειγμα, τι έχει σημασία;»       

             «Έχω καταλήξει πως για εμένα πέντε είναι τα πιο σημαντικά στοιχεία. Το χιούμορ, για να απαλύνονται οι δύσκολες στιγμές. Η αγωγή, για να μην ντρέπομαι για τον άνθρωπό μου. Μερικά κοινά ενδιαφέροντα, ώστε να κάνουμε πράγματα μαζί και να έχουμε κάτι να μιλάμε. Τα χρήματα, για να είναι η ζωή μας καλύτερη και ευκολότερη. Τέλος, το καλό σεξ, γιατί εκτονώνει καταστάσεις».

            «Τα έχεις βρει;»

            «Όλα μαζί, όχι. Ελπίζω όμως», απάντησα με ειλικρίνεια.

            «Θα ξεκαθαρίσω τι θέλω και θα ελπίσουμε παρέα», μου είπε γελώντας.

            Μετά από έξι μήνες η Μάγδα μου ξανατηλεφώνησε. Πάλι τα είχε μπερδέψει, για μια ακόμα φορά είχε κάνει λάθος επιλογή.

            Είχε γνωρίσει τον Χρήστο τέσσερις μήνες πριν. Δεν άφησε να μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να δημιουργήσει σχέση μαζί του ώστε να διαπιστώσει αν της έκανε. Της φάνηκε εύκολος, του χεριού της. Δεν άργησε να τον οδηγήσει εκεί που ήθελε, να την ερωτευτεί και να γίνουν ζευγάρι. Τον θάμπωσε και ο νέος αφέθηκε στις επιθυμίες της. Στον μήνα επάνω άρχισαν να φαίνονται οι διαφορές ανάμεσά τους. Εκείνη ήταν δραστήρια, δημιουργική, κυνηγούσε την δουλειά της σαν διαφημίστρια. Ξετρελαινόταν να βρίσκει το διαφορετικό, να πηγαίνει σε άγνωστα μέρη.   

            Εκείνος δούλευε σαν γκαρσόνι από τα δεκαοκτώ. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί να σπουδάσει, δεν του άρεσε το διάβασμα. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια, είχαν εισοδήματα από ενοίκια. Τελευταία, κάποιος θείος του έψαχνε άνθρωπο έμπιστο να αφήνει στο πόδι του στο μαγαζί του, μπήκε η μάνα του στη μέση και του εξασφάλισε μια θεσούλα.  Δεν είχε σκοπό να κάνει κάτι περισσότερο, έλεγε πως  ο μισθός του και τα δύο ενοίκια που του είχαν παραχωρήσει του έφταναν να ζήσει καθώς ήταν ολιγαρκής, πράγμα που καμάρωνε. Γιατί να κοπιάσει παραπάνω;  

            Στους δύο μήνες η Μάγδα βαριόταν μέχρι θανάτου. Πήγαιναν διαρκώς στα ίδια στέκια, έβλεπαν τους ίδιους ανθρώπους. Όταν δεν μιλούσε εκείνη, ο Χρήστος έμενε βουβός. Δεν είχε κάτι να πει. Τα ενδιαφέροντά του περιορίζονταν στην ομάδα του και στην τηλεόραση.  Καθώς εκείνη δεν είχε πάψει να βλέπει παράλληλα τον Στέλιο, έκανε συγκρίσεις. Ο ένας ήταν ζωντανός, παρά την ηλικία του. Δεν χόρταινε τη ζωή, να δημιουργεί, να κάνει σχέδια, καινούργια πράγματα. Ο άλλος, παρότι νεαρός βιολογικά, ήταν γέρος. Δεν περίμενε τίποτα από τη ζωή του.

            Η Μάγδα, όμως, δεν αποφάσιζε να αφήσει κανέναν από τους δυο, παρά τη βαριεστιμάρα και τις κρίσεις τύψεων. Σκεφτόταν, πως αν κάποια ώρα ήθελε να παντρευτεί, καλό θα ήταν να έχει τον Χρήστο πρόχειρο για το ενδεχόμενο, καβάτζα.

            Έλα όμως που ο Στέλιος, σαν περπατημένος που ήταν, κατάλαβε πως κάτι παιζόταν. Την παρακολούθησε ένα βράδυ και η σχέση που του κράταγε κρυφή έγινε φανερή. Χωρίς σκηνές και καυγάδες έκατσε και της το συζήτησε. Δεν είχαν αποφασίσει να είναι εντάξει μεταξύ τους, να είναι πιστοί, όσο διαρκούσε η σχέση τους; Εκείνη κατέβασε το κεφάλι και παρουσίασε τα γεγονότα έτσι που να την βολεύουν.

            «Μάτια μου, τουλάχιστον με τον Χρήστο θα έχω μια εξασφάλιση. Έχει δύο σπίτια, δεν θα πεινάσουμε. Με σένα είμαι επί ξύλου κρεμάμενη. Ο πατέρας μου δεν έχει οικονομική άνεση. Από την άλλη, ο δικός μου μισθός ποτέ δεν θα μου επιτρέψει να αγοράσω ένα διαμέρισμα. Σίγουρα, δεν συγκρίνεται σε τίποτα μ’ εσένα, αλλά κατάλαβε τις ανασφάλειές μου».

            «Δηλαδή, όλη η φασαρία γίνεται για ένα διαμέρισμα;» ρώτησε εκείνος γλυκά. «Αν είχες ένα διαμέρισμα δικό σου θα καθόσουν ήσυχη;», επέμεινε να το ξεκαθαρίσει.

            Την επόμενη εβδομάδα την πήγε να δει ένα καταπληκτικό πεντάρι και της έδωσε διορία δέκα ημερών να αποφασίσει. Σήμερα διάνυε την τέταρτη ημέρα και ήθελε τη γνώμη μου. Να δεχόταν το διαμέρισμα, μένοντας με τον Στέλιο κι όσο κρατούσε ή να προσπαθούσε να αλλάξει τον Χρήστο;

            «Σαν να μου λες πως σκέφτεσαι να του πεις »γίνε κάποιος άλλος για να σ’ αγαπήσω». Θα του κλονίσεις όλα όσα πιστεύει για ένα σου καπρίτσιο, για μια πισινή; Αν ήταν δραστήριος και φιλόδοξος θα είχε φανεί. Θες να τον φέρεις στα μέτρα σου για να ικανοποιήσεις τα γούστα σου. Πότε βαρέθηκες; Στον μήνα. Στο χρόνο επάνω τι θα κάνεις; Θα σου έρχεται να αυτοκτονήσεις μόλις βρίσκεστε μόνοι σας;»

            «Γι’ αυτό έρχομαι σ’ εσένα. Με συνεφέρνεις», είπε χωρίς διόλου να έχει θυμώσει. «Κοίτα να δεις, βγήκαμε τέσσερις, ένα φιλικό ζευγάρι κι εμείς. Μιλιά δεν έβγαλε όλο το βράδυ. Άφωνος. Μετά από μερικές μέρες συνάντησα τη φίλη μου τυχαία και με ρώτησε »τι κάνει το φυτό σου;» Μου πέσανε τα μούτρα».

            «Κι όσον αφορά τον Στέλιο, τι θα γίνει αν, ενώ σου έχει αγοράσει το σπίτι, γνωρίσεις κάποιον άλλο; Μετά, για να σκεφτώ πονηρά, αν σε μπλέξει με γραμμάτια που θα είναι στο όνομά σου και τσακωθείτε; Πώς θα τα βγάλεις πέρα;’

            «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Είχαμε τσακωθεί αφού μου αγόρασε το αυτοκίνητο. Μπορεί να μην βρισκόμασταν, αλλά πλήρωνε κανονικά».

            Τελικά, όλα στη ζωή παίζονται σε ένα θέατρο ελέγχου. Όπως μια γυναίκα με τις υπερβολικές συναισθηματικές παροχές προσπαθεί να κρατήσει έναν άντρα κοντά της, να γίνει η μοναδική γι’ αυτόν, να μην βρίσκει άλλη σαν αυτήν, άρα να του είναι απαραίτητη και κατά συνέπεια να μην φύγει, το ίδιο γίνεται και από την πλευρά του άντρα. Απλώς, το παιχνίδι έχει υλική μορφή, εξ αιτίας των κοινωνικών δεδομένων. Είναι αποδεκτό ο άντρας να κάνει δώρα, του δίνει αέρα αρχοντιάς. Τον αποκαλούν large και χλιδάτο. Εάν συνέβαινε το αντίστροφο, εάν του αγόραζε εκείνη το αυτοκίνητο ή το διαμέρισμα θα τον αποκαλούσαν ζιγκολό. Όλες, όμως, οι παροχές, οικονομικές και μη, αποσκοπούν στο ίδιο πράγμα: να δεσμευτεί ο άλλος.  Άρα, ασκείται έλεγχος, άτυπη μορφή εξουσίας.

            «Ο Στέλιος είναι ερωτευμένος μαζί σου. Σαφώς τον τρομοκρατεί το να τον εγκαταλείψεις. Με κάθε τρόπο προσπαθεί να εξασφαλίσει την αγάπη σου, το ενδιαφέρον σου. Θα έχει κι αυτός τις ανασφάλειές του, ποιος ξέρει.  Ο Χρήστος, από την άλλη, δεν πρόκειται να αλλάξει. Το να προσπαθήσεις τον φέρεις στα μέτρα σου είναι άδικο γι’ αυτόν». 

            Έφυγε με τη γνωστή αισιοδοξία της, με το χαμόγελο πλατύ στο πρόσωπό της. Πάντα ευγενική, με ευχαρίστησε για την βοήθεια, μολονότι δήλωσε πως αισθανόταν μπερδεμένη. Έχω να τη δω καιρό. Δεν φοβάμαι όμως πως μπορεί χαθεί, θα βρει τις ισορροπίες της.  Είναι από τα άτομα που επιβιώνουν, από τους νικητές.