Το μοιραίο
του Λευτέρη Τσίλογλου
Δεν ήταν πια ο αστόχαστος νεαρός των είκοσι πέντε χρόνων, που αφήνει το ίχνος του, σαν τον σκύλο σε κάθε στύλο και γωνιά του δρόμου που περνάει. Τα χρόνια κυλούσανε αδυσώπητα. Έπρεπε να δεχθεί και να συμβιβαστεί με τη νέα πραγματικότητα. Δεν περίσσευε χρόνος για τσιμπιτές περιπετειούλες. Γνωριμίες της μιας βραδιάς, συζητήσεις σε εύκολα και βατά θέματα κι ό,τι ήθελε προκύψει. Ποτά στα μπαρ μέχρι αργά τη νύχτα, φιγούρα και παραλλαγή. Και μετά η νύχτα μπορεί να είναι μεγάλη. Ποτέ δεν ξέρεις τι είδους νέα εμπειρία σου επιφυλάσσει.
Δε λέω. Όλα αυτά έχουν τις χαρές και τις όμορφες στιγμές τους. Ρουφάς χωρίς πολλές συνέπειες τη γλύκα της συγκυρίας. Δημιουργείς μια πλούσια φαρέτρα κατακτήσεων, κάνεις ένα νοητό μουσείο αναμνήσεων. Να έχεις, ρε αδελφέ αύριο όταν δε σε κρατούν τα πόδια σου, μετά το βραδινό τσάι κι αμέσως μετά την κατάποση των αναγκαίων χαπιών. Να φέρνεις επιτέλους στη μνήμη σου και κάτι ευχάριστο. Όχι σα μερικούς – μερικούς που το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να μετράνε τις χάντρες στο κομπολόι των χαμένων ευκαιριών. Αυτός τουλάχιστον θα έχει να θυμάται…
Όμως ως εδώ και μη παρέκει. Τέρμα τα ψέματα! Η ζωή δεν είναι μόνο φρου- φρου κι αρώματα Τι μένει τελικά από τις τέρψεις της στιγμής; Το ρεζουμέ δείχνει μηδέν εις το πηλίκον. Μόνος του αναρωτήθηκε. Πότε άνοιξε μια σοβαρή συζήτηση με τον οποιοδήποτε για τα μπουκωμένα που έχει μέσα του; Πότε ξανοίχτηκε στην ανοιχτή θάλασσα της ουσιαστικής ανθρώπινης επαφής; Μέχρι τώρα άφηνε προσβάσιμο σε τρίτους μόνο ένα μικρό κομμάτι του εαυτού του. Το υπόλοιπο το φύλαγε σαν πολύτιμο θησαυρό.
Για ποιον όμως; Είναι φόβος; Είναι εγωισμός; Μήπως τελικά το υπόλοιπο που έκρυβε είναι ένα τρύπιο άδειο βαρέλι; Ένα κύμβαλο αλαλάζον; Η ζωή σίγουρα δεν είναι μόνο χαρούλες.
Εντάξει, στάθηκε έξυπνος ή έστω τυχερός κι έλυσε αρκετά νωρίς το πρόβλημα του προσωπικού του βιοπορισμού. Φρόντισε ακόμα να μη χωθεί στη μέγγενη του αδιέξοδου κυνηγητού για ευρύτερο πλουτισμό. Όχι, να του λείπουν οι επιχειρήσεις ή τα εργοστάσια που απαιτούν σπατάλη χρόνου, αφοσίωση και τελικά σκλαβιά. Κάτι τέτοιο δεν είναι μέσα στους προσωπικούς του στόχους.
Μπόρεσε ακόμα να ξεπεράσει τη τάση της ματαιοδοξίας, που έχει από τη φύση του ο άνθρωπος, για κοινωνική προβολή και «καταξίωση». Δεν μπήκε στον πειρασμό της ενασχόλησης με τα «κοινά» και τις μοντέρνες «κοινωνικές ευαισθησίες».
Ήθελε να ρυθμίζει μόνος τα του οίκου του. Μέχρι τώρα, από δική του επιλογή, το πρόσωπο του δεν το έχει δει ο φακός της τηλεόρασης. Τον ήξεραν πολλοί λίγοι, που τους περισσότερους αυτός είχε επιλέξει. Διάλεγε προσεκτικά τις παρέες του κι σ’ αυτές όχι πολλά- πολλά. Απέφευγε τις μόνιμες δεσμεύσεις όπως ο διάολος το λιβάνι. Βέβαια κάπου στην άκρη του μυαλού του ήταν κρυμμένο το μυστικό της ανθρώπινης επιθυμίας για οικογένεια και περισσότερο για ένα δικό του παιδί, «σαρξ εκ της σαρκός» του.
Μέχρι τώρα το είχε αποφύγει. Κοιτώντας τον καθρέπτη ανακάλυπτε στο πρόσωπό του τα πρώτα σημάδια του χρόνου. Τα μαλλιά του ευτυχώς δεν τον πρόδωσαν, παρέμειναν πεισματικά στη θέση τους. Μόνο κάτι λίγες τρίχες είχαν αρχίσει ν’ ασπρίζουν. Σιγά τον πολυέλαιο, μια καλή μπογιά θα λύσει το πρόβλημα. Η σκέψη της μόνιμης συντροφιάς που θα μάθαινε και θ’ άντεχε τα χούγια του ήταν μέσα στη σκέψη του. Όμως άκουγε μια εσωτερική προειδοποίηση.
«Φύγε, εξαφανίσου! Η περιοχή έχει νάρκες κακομοίρη μου».
Η σκέψη ανυπότακτη γυρίζει σαν επίμονη μέλισσα γύρω από το λουλούδι με τη γύρη. Επιμονή που καταντάει βραχνάς.
«Άσε αργότερα, έχουμε ακόμα καιρό!»
« Καλά πότε θα αντιμετωπίσεις, κύριε μου, καταπρόσωπο το πρόβλημα; Όταν γίνεις χούφταλο; Συντροφιά θέλεις ή νοσοκόμα να σου φέρνει στο κρεβάτι τη βούτα για κατούρημα;»
Κι εκεί που ήταν σίγουρος για το εαυτό του, οχυρωμένος πίσω από ένα σταθερό πλέγμα αρχών η ροπαλιά τον χτύπησε κατακέφαλα και τον έριξε νοκ- άουτ με το πρώτο. Ήταν τα γλυκά και σεμνά μάτια μιας κοπέλας. Όταν τα πρωτοαντίκρισε κάτι τον χτύπησε κατακέφαλα σαν καμπάνα της εκκλησιάς μέσα του και τον ταρακούνησε.
«Αυτό είναι!» είπε.
Εκεί που ψιλοκοσκίνιζε τα πάντα, εκεί που ήταν το απόρθητο οχυρό, το ανοξείδωτο μέταλλο, που δε κινδύνευε από τίποτα, εκεί έπεσε μεμιάς αμαχητί, θύμα καινοφανών επιθυμιών που αναδύθηκαν εντός του κι έπνιξαν όλες τις αντιστάσεις.
Κυνήγησε το «θήραμα» με πείσμα κι επιμονή, χρησιμοποίησε όλα τα τεχνάσματα, που η ζωή τον είχε διδάξει και στο τέλος πέτυχε το στόχο του. Τα απανωτά βήματα που ακολούθησαν τον μετέβαλαν σε χρόνο ρεκόρ σε ένα τυπικό μικροαστούλη, ευχαριστημένο κιόλας με τις αλλαγές που είχαν συμβεί.
Όταν μάλιστα στη κοιλιά της γυναίκας του άρχισε να μεγαλώνει μέσα της μια νέα ζωή, δημιούργημα και δικό του, που θα αποτελούσε συνέχεια της παρουσίας του στη ζωή, αφοσιώθηκε στη νέα κατάσταση πραγμάτων, αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά ότι τα ένστικτα του ανθρώπου είναι τελικά δυνατότερα από προσωρινές βολικές καταστάσεις. Αυτός δεν μπορούσε να αποτελεί μονίμως την εξαίρεση. Κάποια στιγμή θα ερχόταν καταπρόσωπο με τα γεγονότα και θα βρισκόταν ενώπιον της μοίρας του. Και τότε θα επαλήθευε τους σιδερένιους κι αδυσώπητους νόμους της ανθρώπινης φύσης.
Μάρτιος 2009
