Φρέσκο ψάρι και καλό φίλο…δεν πετυχαίνεις πάντα.
του Αλέξανδρου Χρηστομάνου
Ο Μιχάλης είναι Ελευσίνιος. Γνωριζόμαστε ονομαστικά, αν και κάθε Σάββατο πετιέται απ’ τον πάγκο με τα ψάρια, κάνει πώς με αγκαλιάζει. Ακριβώς εκείνη την στιγμή, μου μαρτυρεί ψιθυριστά, το φρέσκο ψάρι. Φαίνεται διαφωνεί με τον αφεντικό του, που δείχνει στο κόσμο τις γόπες. Ο Μιχάλης κάνει και άλλους να αισθάνονται προνομιούχοι. Δεν είναι λίγο να ξέρεις από μέσα, ποιο είναι το φρέσκο ψάρι. Γι’ αυτό, μη χάνοντας καιρό, θ’ αγοράσω το ψάρι που μου λέει ο Μιχάλης.
Το αφεντικό τον βλέπει και σκάει ένα λοξό χαμογέλιο. Το στιλ του, επηρεάζει την γυναίκα που εκείνη την στιγμή, ξεκοιλιάζει λοξά μια κουτσομούρα. Λες και αντιγράφει στην κοιλιά της κουτσομούρας, το χαμόγελο του. Κάποια στιγμή στην βιασύνη επάνω, λίγα εντόσθια ψαριού πετιούνται στην ποδιά της. Εκείνη δεν τα βγάζει αμέσως. Να τα δει ο κόσμος, να καταλάβει πόσο ταλαιπωρείτε κανείς στα ψάρια. Δίπλα της, η ζυγαριά δείχνει 9 ευρώ και κάτι ψιλά. Βγάζω το δεκάρικο. Η γυναίκα που καθαρίζει τα ψάρια, δίχως να με κοιτά μου παίρνει τα χρήματα από το χέρι.
Πάει το δεκάρικο, είπα μέσα μου.
Τότε ο Μιχάλης με συστήνει στο αφεντικό του,
«Ο κύριος είναι φίλος.»
«Καλοφάγωτα,» μου λέει αυτός. «Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ. Πάντα με υποχρεώνετε,» εκφράζω στον Μιχάλη όλη μου την ευγνωμοσύνη. «Διότι σήμερα δεν είχα σκοπό να αγοράσω ψάρια. Αλλά είπαμε, φρέσκο ψάρι και καλό φίλο, δεν πετυχαίνεις πάντα.»
