Φρέσκα

Η τιμή

του Αργύρη Νικολάου

Τον διεκδικούσαν όλοι -βάλτε και μένα σ’ αυτούς – και πώς να μην τον διεκδικούνε που ήταν συναρπαστικός στις συζητήσεις του, συναρπαστικός στις αφηγήσεις του, ακόμα κι όταν διέκοπτε συναρπαστικός. Πάντα καίριος, πάντα διακριτικός, από προσβολή δεν ήξερε και η έπαρση του ήταν άγνωστη. Σ’ όλους έδινε τον καλύτερό του εαυτό, άλλον δεν είχε.

Συνέβη πολλές φορές να πάμε σε σπίτι και ο οικοδεσπότης ή η οικοδέσποινα να κοιτάει πίσω για να τον εντοπίσει. Όταν τον έβλεπαν ησύχαζαν. Ήξεραν πως θα περάσουν καλά, πως δε θα πλήξουν. Όταν δεν τον έβλεπαν δεν μπορούσαν να κρύψουν την απογοήτευσή τους κι έπρεπε κατόπιν να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να περάσουν κάπως υποφερτά.

Κάποια στιγμή έκοψε τα πολλά πολλά, τις παρέες, τις εξόδους και τους φίλους. Κράτησε εμένα –ω φίλε- κι άλλον έναν. Στα χρόνια που ακολούθησαν αν τύχαινε να πάω κάπου χωρίς αυτόν, πριν ακόμα με καλημερίσουν, ο Γιώργος, με ρωτούσαν. Σήκωνα τα χέρια εγώ. Βουβός.