Ο…Κινέζος
της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου
Το πώς εμφανίστηκε ο Κινέζος στην μικρή επαρχιακή πόλη εκείνον τον Αύγουστο, τότε που Κινέζους έβλεπες μόνο στις ταινίες του Μπρους Λι, κανείς δεν ήξερε να πει. Έμενε σε ένα από εκείνα τα άθλια κτίρια της δεκαετίας του ’70 των ενοικιαζομένων διαμερισμάτων για παραθεριστές. Ήταν φιλοξενούμενος δυο Αθηναίων συνομηλίκων του τριαντάρηδων που δούλευαν στα μπαρ της περιοχής. Κυκλοφορούσε στα παραλιακά μαγαζιά άνετα και δεν φαινόταν να δίνει ιδιαίτερη σημασία στα βλέμματα περιέργειας των λουόμενων. Πάντως, ήταν το θέμα των ψιθύρων του κόσμου, άμα τη εμφανίσει. Και είχαν πολλά να πουν για δαύτονα.
Κατ’ αρχήν η εμφάνισή του για Κινέζος ήταν πολύ διαφορετική. Πού το παραδοσιακό ρούχο του; που οι σαγιονάρες οι διχαλωτές; Κανένα αναγνωρίσιμο στοιχείο δεν είχε για Κινέζος. Κυκλοφορούσε σαν φιγουρίνι του Yves Saint Laurent. Καλοκαιριάτικα με λινό μπεζ κοστούμι, λευκό πουκάμισο, μεταξωτό ασπρογάλαζο φουλάρι, ψαθάκι Panama και παπούτσι παντοφλέ πολύ καλής ποιότητας. Σαν τη μύγα μες το γάλα. Έπειτα ήταν που μιλούσε και Ελληνικά άπταιστα, χωρίς καμία προφορά λες και ήταν Έλληνας, χρησιμοποιώντας μάλιστα την αργκό της εποχής με την ευκολία ενός ντόπιου. Τέλος το πιο ιδιαίτερο όλων, που δημιουργούσε και το μεγαλύτερο σάλο στην επαρχιακή πόλη, ήταν πως με κάποιο τρόπο ο Κινέζος είχε διεισδύσει στον γυναικείο πληθυσμό με μια ευκολία εξασφαλίζοντας πάθη και κουτσομπολιά. Φαίνεται πως το εξωτικό του παρουσιαστικό ήταν μαγνήτης γιατί εκτός των άλλων ήταν και όμορφος. Θύμιζε τον εραστή της Μαργκερίτ Ντυράς.
Τον Κινέζο η Κλειώ τον είδε για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ στο παραλιακό μπαρ που συναντιούνταν όλοι. Ήταν με τη φίλη της και για ένα ακόμα βράδυ ήθελαν να σκανδαλίσουν τα πλήθη. Είχαν βγει σχεδόν μεταμφιεσμένες. Αυτή φορούσε ένα μαύρο εξώπλατο φόρεμα Alberta Ferreti, συνδυασμένο με ημίψηλο μαύρο καπέλο δεκαετίας ’50, μακρύ κολιέ από πέρλες και τα χρυσά γυαλιά Armani πρεσβυωπίας της μάνας της, που ναι μεν δημιουργούσαν αίσθηση επάνω της με το αλυσιδάκι τους αλλά την δυσκόλευαν και να δει. Η φίλη της φορούσε γαλάζιο ταγέρ Versace από μεταξωτό ταφτά, και ένα περίεργο καπέλο που έπιανε όλο το κεφάλι σαν σκούφο μπάνιου που είχε λουλούδια τα οποία προεξείχαν και κουνιούνταν, δεκαετίας ’60. Είχαν κάνει επιδρομή στο μπαούλο της γιαγιάς της γιατί είχαν τη συνήθεια να ντύνονται σαν «εξωτικά πουλιά» και να σκανδαλίζουν με την προκλητικότητά τους. Στέκονταν δε με ένα ύφος άνεσης που υποκρινόταν την απόλυτη άγνοιά τους για το πόσο περίεργες μπορεί να φαίνονταν στα μάτια όλων, ενώ μέσα τους κατάπιναν τον ηδύ θρίαμβο του σκανδάλου που δημιουργούσαν.
Ο Κινέζος τις είδε αμέσως από την απέναντι πλευρά του μπαρ. Γλίστρησε αθόρυβα σαν ύαινα προς τα νέα θηράματά του. Έτσι αμέριμνη καθώς ρέμβαζε η Κλειώ, αντιλαμβάνεται δίπλα της κάποιον να της λέει: «Γεια, με λένε Αριστοτέλη, να σε κεράσω ένα ποτό;» Γυρνάει, ξαφνιάζεται από τη φυλή του, δεν ήταν δα και ένα συνηθισμένο θέαμα ο Κινέζος, αλλά και το όνομα. Θα περίμενε ένα Λι, ένα Τσουν έστω ένα Πιάο αλλά το Αριστοτέλης ήταν αναπάντεχο όνομα για Κινέζο. «Για φαντάσου!» σκέφτηκε. Καθυστέρησε να μιλήσει από την έκπληξη και εν τω μεταξύ χωρίς να περιμένει ο Κινέζος, φωνάζει στον μπάρμαν να της βάλει ένα ίδιο από αυτό που έπινε. «Θράσος!» σκέφτηκε. Αμέσως ξεκινά να της λέει την ιστορία της ζωής του με εκείνη την ευκολία των ανθρώπων που την έχουν επινοήσει και την έχουν αφηγηθεί τόσες φορές στον καθρέφτη τους, που πια την λένε κάθε φορά σαν ποίημα. Γιος διπλωμάτη ήρθε στην Ελλάδα στα τέσσερά του, ο πατέρας φιλέλληνας, του έδωσε το όνομα του αγαπημένου του φιλοσόφου! Πήγε σχολείο στην Αθήνα, σπούδασε Νομική, οι γονείς γύρισαν στην Κίνα και αυτός έμεινε εδώ! Τέλος αφήγησης. Αυτή δεν είχε ρωτήσει τίποτε από όλα αυτά, αλλά ο τρόπος του και η γλώσσα του σώματός του δημιούργησε οικειότητα και ασφάλεια, καθώς δίνοντας τις λεπτομέρειες της ζωής του, την κοιτούσε σταθερά στα μάτια ενώ άγγιζε με τα ακροδάχτυλά του ανεπαίσθητα το βραχίονά της.
Ποτό στο ποτό ο Κινέζος όλο και προχωρούσε τα δάχτυλα. Η Κλειώ είχε μείνει μόνη της και απροστάτευτη στην προέλαση του Κινέζου. Η φίλη της βρισκόταν από ώρα απέναντι στο μπαρ και μιλούσε με κάτι φίλους. Ο Κινέζος είχε προ πολλού εισέλθει στα κομπλιμέντα, τις προσωπικές ερωτήσεις και τα τυχαία αγγίγματα. Η Κλειώ δεν μιλούσε πολύ. Είχε ήδη μια γλυκιά ζαλάδα από τα ποτά και εκείνο το βράδυ η νύχτα ήταν θαυμάσια. Ολόγιομο φεγγάρι με καλοκαιρινό αεράκι από τη θάλασσα που δρόσιζε και μαζί με τη μουσική το σύνολο παρέσυρε το κορμί της στην ερωτική του απαίτηση.
Δύο ώρες αργότερα βρίσκονταν στο club της πόλης και χόρευαν οι δυο τους με προκλητικό τρόπο δημιουργώντας σούσουρο. Ο Κινέζος ήταν δεινός χορευτής με ανεξέλεγκτο τον ερωτισμό του, της άγγιζε όλο το κορμί πάνω απ’ το φόρεμα. Πότε την στριφογύριζε στο ρυθμό και πότε αργά περνούσε τα δάχτυλά του μέσα στα μαλλιά της φτάνοντας στον αυχένα τον οποίο με μια χαρακτηριστική κίνηση τον τίναζε ελαφρά πριν τα αποσύρει απότομα. Η Κλειώ ήταν εντελώς μεθυσμένη και ακολουθούσε πειθήνια κάθε του κίνηση λες και ήταν γητευτής. Την κρίσιμη στιγμή ο Κινέζος τραβάει την Κλειώ από το χέρι πιο κοντά στο μπαρ, παίρνει από ένα ποτήρι μέσα ένα μαχαίρι, της ανασηκώνει το φόρεμα, με δύο κινήσεις κόβει από τα πλάγια του μηρού της το σλιπάκι της και το βάζει στην επάνω τσέπη από το σακάκι του για pochette. Οι γύρω θαμώνες παρακολουθούσαν με περιέργεια σοκαρισμένοι και αδημονώντας για τη συνέχεια.
Ξαφνικά το σκηνικό άλλαξε άρδην. Η φίλη της που από ώρα παρακολουθούσε τα σκηνικό διακριτικά, επενέβει και με τρόπο την απομάκρυνε από τον Κινέζο. Η τουαλέτα που επικαλέστηκε ότι θα πάνε έγινε έξοδος διαφυγής και μη επανόδου στο σκηνικό, με μια απαραίτητη διάλεξη Χριστομάθειας στη μεθυσμένη Κλειώ.
Το επόμενο βράδυ, αλλά και όλα τα μεθεπόμενα, βρήκαν την κινέζικη ύαινα, στο ίδιο πάντα μπαράκι, με στημένα τα δόκανα, να περιμένει την ελαφίνα να έρθει να ξεδιψάσει για να της επιτεθεί. Η Κλειώ βρισκόταν στην Αστυπάλαια…
