Φρέσκα

Μόνος εναντίον όλων

του Αργύρη Νικολάου

 

Παίζουμε στις φυλακές, μου είπε, ο αρχηγός ενώ οδηγούσε. Φυλακές, στρατώνες, νοσοκομεία, λίγο μ’ ένοιαζε, αρκεί να παίζαμε. Κατά το σούρουπο φτάνουμε σ’ ένα γιγάντιο μεσαιωνικό κάστρο. Ήταν οι φυλακές. Αφήνουμε το αυτοκίνητο έξω και με τη συνοδεία των φρουρών διασχίζουμε κάτι στενούς διαδρόμους, ανοίγουμε μια μικρή πόρτα και μπαίνουμε στην κεντρική αίθουσα. Εκεί μας περίμενε πίσω από σιδερένιες μπάρες ένα εξαγριωμένο πλήθος. Χειρονομούσαν συνεχώς και κραύγαζαν.

Η αντίπαλη ομάδα προθερμαινόταν στα καρφώματα. Σε κάθε ένα απ’ αυτά βγάζανε πολεμικές κραυγές. Εμείς ετοιμαστήκαμε χωρίς πολλά πολλά και το παιχνίδι άρχισε. Από τις πρώτες πάσες κατάλαβα πως ενώ εγώ έπαιζα το παιχνίδι μου με τον μόνο τρόπο που ήξερα οι συμπαίκτες μου παίζανε ασυνήθιστα χαλαρά. Χαλαρά πήγαιναν στη μπάλα, χαλαρά τρέχανε, χαλαρά διεκδικούσανε, χαλαρά διαμαρτύρονταν. Δεν είναι στη μέρα τους, σκέφθηκα, και, συναισθανόμενος το επιπλέον βάρος, συνέχισα τον αγώνα με περισσότερη ζέση.

Κάποια στιγμή διαπιστώνω πως όλοι στράφηκαν εναντίον μου. Οι κρατούμενοι, οι φύλακες, οι διαιτητές, οι αντίπαλοι, οι συμπαίκτες μου, ναι, κι αυτοί. Με πιάνει εκνευρισμένος ο αρχηγός απ’ το χέρι και με καρφώνει με τα μάτια, σου είπα πως παίζουμε στις φυλακές, δε σου είπα; Εγώ το χαβά μου. Είπα: δεν ήξερα να παίζω αλλιώς. Το αποτέλεσμα ήταν το ήδη εξαγριωμένο πλήθος να εξαγριωθεί ακόμα πιο πολύ, κι όταν η κατάσταση ξέφυγε οι φρουροί, πριν ακόμα λήξει το παιχνίδι, παρενέβησαν, μας τράβηξαν άρον άρον έξω από το γήπεδο αρχικά κι έξω από τις φυλακές μετά.

Οι συμπαίκτες μου σ’ όλο το δρόμο της επιστροφής δε μου γύρισαν κουβέντα.