Jean Paul Sartre…ένα Νόμπελ στο συρτάρι
της Αλεξάνδρας Λαμπροπούλου (οδοιπορώντας…)
Η πρωταρχική ιδέα για το σημερινό κείμενο θα αποκαλυφθεί στον υπομονετικό αναγνώστη στο τέλος…
Αφορμή όμως στάθηκε και το Νόμπελ Λογοτεχνίας για φέτος, το οποίο δόθηκε στο Γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό.
Αισθάνομαι ντροπή, το ομολογώ, αλλά δεν τον έχω ματαξανακούσει. Εξάλλου έχω να διαβάσω μυθιστόρημα πάνω από δέκα χρόνια. Τα βαρέθηκα. Ο εν λόγω κύριος, που την αξία του επ’ ουδενί δεν θέλω να αμφισβητήσω, εδώ ολόκληρη Σουηδική Ακαδημία αποφάνθηκε, μόλις το έμαθε δήλωσε:
«Περπατούσα στον δρόμο, κοντά στους Κήπους του Λουξεμβούργου στο Παρίσι, όταν μου τηλεφώνησε η κόρη μου στο κινητό και μου ανακοίνωσε την είδηση. Συγκινήθηκα. Δεν το περίμενα. Δεν ήλπιζα σε μια τέτοια βράβευση. Και το ευχαριστήθηκα ακόμη περισσότερο επειδή έχω έναν εγγονό που είναι Σουηδός».
Αυτά για τον κο Μοντιανό, δεν θέλω να πω άλλα, παρά μόνο, πως άμα το φέρει η τύχη και ευκαιρήσω από τις δουλειές μου, θα διαβάσω κανένα από αυτά τα ευκολοδιάβαστα, σύντομα και δημοφιλή στο φίλο Γαλλικό λαό, διηγήματά του.
Μόλις το έμαθα λοιπόν το Νόμπελ δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σύγκριση, με τις δηλώσεις ενός άλλου Γάλλου Νομπελίστα, του Jean Paul που το αρνήθηκε:
«Όσον αφορά τη μεγαλύτερη διάκριση, το Νόμπελ, έπρεπε να την αρνηθώ όπως αρνήθηκα κάθε άλλη. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να γράφει σύμφωνα με κάποιο ίδρυμα ή θεσμό που τον προστατεύει, μα σύμφωνα με τα δικά του «πιστεύω».
Ο Jean Paul είχε ήδη αρνηθεί την παρασημοφόρηση από το γαλλικό Τάγμα της Τιμής το 1945 και απορρίψει έδρα στο Κολέγιο Γαλλίας. Λόγια δικά του είναι τα:
«Δεν θα δεχτώ ποτέ βραβείο είτε είναι σακί πατάτες, είτε Νόμπελ».
Έτσι στις 22 Οκτωβρίου 1964, ακριβώς πριν από 50 χρόνια η Σουηδική Ακαδημία βράβευσε τον απόντα από την τελετή Ζαν-Πολ Σαρτρ για το έργο του “Οι Λέξεις” (Les mots). Ο ίδιος βέβαια, εγκαίρως, τους είχε ενημερώσει να μην τον περιμένουν και να κρατήσουν και το βραβείο τους και τις 273.000 σουηδικές κορόνες που το συνόδευαν.
“Οι Λέξεις” είναι ένα από τα πιο ωραία του βιβλία και μπαίνω εδώ στον πειρασμό να αναφέρω την γνώμη του παππού του, που την καταγράφει στο βιβλίο, για τους επαγγελματίες συγγραφείς, τους οποίους χαρακτηρίζει:
“…γελοίους θαυματοποιούς που ζητούν ένα χρυσό λουδοβίκειο για να αποκαλύψουν τη σελήνη και καταλήγουν να δείχνουν τον πισινό τους για μια δεκάρα…”
Αναρωτιέμαι πόσο τον είχε επηρεάσει η γνώμη του, αφού είναι γνωστό ότι τον υπεραγαπούσε και τον σέβονταν, ενώ για τον πατέρα του, το άλλο ανδρικό πρότυπο στη ζωή του, ο οποίος αποδήμησε εις Κύριον πολύ ενωρίς είπε:
“…Αν ζούσε, ο πατέρας μου θα είχε πέσει πάνω μου φαρδύς – πλατύς και θα με είχε συνθλίψει. Για καλή μου τύχη πέθανε πολύ νέος… Ήταν άραγε κακό ή καλό? Δεν ξέρω, αλλά προσυπογράφω ευχαρίστως τη γνωμάτευση ενός διαπρεπούς ψυχαναλυτή: δεν έχω Υπερεγώ. Δεν αρκεί μόνο να πεθάνεις: πρέπει να πεθάνεις και εγκαίρως…”
Όλα τα παραπάνω τα αναφέρω προς σκέψη και προβλημματισμό, εξάλλου ο υπαρξιστής φιλόσοφος Sartr ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Ότι θέλετε κρατήστε και ότι θέλετε πετάξτε…
Πάντως η πρωταρχική ιδέα του κειμένου ήταν το ταξίδι μου στο Παρίσι. Τούτη την ώρα που διαβάζετε όλα αυτά, μπορεί να πίνω καφέ κάπου στη Saint Germain, να τρώω falafel στην εβραϊκή συνοικία ή να τριγυρνώ στο νεκροταφείο του Montparnasse ψάχνοντας τον τάφο του Jean Paul και της Simon.
Αν τον βρω σταθώ στη Simon και θα της επαναλάβω τα τελευταία λόγια του Jean Paul: Je t’ aime mon petite castor (Σ΄ αγαπώ μικρέ μου κάστορα).
Και αφού εκτελέσω την «αποστολή» μου θα πιάσω να σιγοτραγουδώ κανένα ελληνικό τραγούδι. Τώρα που το σκέφτομαι μάλλον κανένα ρεμπέτικο θα σιγοτραγουδώ.
Ναι, σίγουρα ρεμπέτικο θα είναι…

από imaginistes 21/10/14