ΤΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
της Μαριαλένας Γκογκίδη
Η αθωότητα του χρόνου είναι η πιο ένοχη άγνοια του ανθρώπου. Προσπαθούμε να τον αγγίξουμε, να τον φέρουμε στα μέτρα μας, μη σκεπτόμενοι τις δηλητηριώδεις ουσίες του μανδύα αυτού. Την ασφυκτική προστασία που μας προσφέρει, αν τυχόν περισσεύει ύφασμα για να μας καλύψει.
Ο χρόνος είναι σαν τα σπουργίτια. Κανείς δε βλέπει πότε ξυπνούν, δεν γνωρίζει αν κοιμούνται, αλλά και το σπίτι τους είναι μια φαντασία πλανεύτρα, κάτι σαν καμβάδες. Αλλάζει τόπους και στιγμές. Αλλάζει ανθρώπους και διαιωνίζει τους φόβους. Όλα κινούνται πάνω σε νήματα απροσδιόριστα, φτερουγίζουν μέσα σε στομάχια ανεξερεύνητα και όξινα. Στο πέταγμα του απορείς αναζητώντας την πρότερη θαλπωρή στα μάτια της ελπίδας.
Τα σπουργίτια επισκέπτονται κάθε πρωί και διαφορετικό μπαλκόνι, πατούν στις ζωές ανθρώπων-άλλοτε παράξενων και άλλοτε υποταγμένων-παραβιάζουν την ιδιωτικότητά τους και είναι οι μοναδικοί καλοδεχούμενοι κλέφτες.
Κάποιος τους είπε: « Σας εμπιστεύομαι τα κλειδιά»
Εισβάλλουν όποτε το έχουν ανάγκη ή και όποτε δεν έχουν με τίποτε άλλο να ασχοληθούν. Μια επιθυμία ράθυμη. Σκαλίζουν χώματα περιποιημένα και νοσταλγικά για όσους γνώρισαν κάποια κατάκτηση. Χθες μαγάρισαν ακόμη ένα λουλούδι. Ένα νεαρό, άγουρο λουλούδι.
Φέρνουν τα νέα αγνώστων σε άγνωστους, τα τραγουδούν ρυθμικά, ακόμα και η οδύνη γίνεται ένα έπος που απαγγέλλει κάποιος αοιδός. Ποτέ κανείς δε θυμάται να επαναλάβει τους στίχους τους με ακρίβεια. Κάπου πλανιούνται, αλλά δεν είναι ορατοί, τα βλέφαρά μας τους κρύβουν. Η καλημέρα τους γλυκιά, δίνει μια αίσθηση ανανέωσης στα γερασμένα δέρματα. Ανατέλλουν τη δημιουργικότητα. Ασυναίσθητα, στις νυχτερινές απολήξεις ακούγεται δειλά-δειλά σα να πρόκειται για κάποιο μυστικό. Σιγά σιγά δυναμώνει, δυναμώνουν και τα δευτερόλεπτα που περνούν. Φτερούγισμα ψυχρό και θορυβώδες. Φρικτό σαν σπαρακτικό φονικό μιας άγριας αγέλης.
Το πρώτο βήμα είναι και το πιο δυνατό χτύπημα του χρόνου. Τα σπουργίτια πληθαίνουν. Ο ήχος γίνεται ακόμα πιο έντονος και ξαφνικά ο ουρανός έχει στείλει μια παιδική χαρά γεμάτη πνοή και έρωτα. Ενθουσιασμός και αθωότητα κατακλύζουν τον χώρο, μια αφροσύνη αντίστοιχη με εκείνη των πετούμενων γλάρων τα ξημερώματα. Οι γλάστρες, σαν άλλες ρομαντικές φυλακές φιλοξενούν το πιο ερωτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα. Η αίσθηση θυμίζει νίκη για τη ζωή και απομάκρυνση από κάθε τι δεινό. Από μέσα τους ξεπηδούν χαριτωμένοι και πολλά υποσχόμενοι σπόροι, σχεδόν ατσάλινοι, στιλπνοί στη φωτεινότητά τους. Τα σπουργίτια τους αρπάζουν, τους ξεριζώνουν, μα η γλυκιά τους χροιά συγκαλύπτει το βασανιστήριο. Τους ξεσκίζουν τραγουδώντας και χορεύοντας μέσα σε μια ιερή έκσταση που θυμίζει ειρωνεία. Ένα θέατρο του παραλόγου.
Και ο χρόνος;
Ο χρόνος στη γωνιά του μπαλκονιού κοιτάζει χαιρέκακα. Έχει εκτελέσει για ακόμα μια φορά το έργο του. Σιωπηλά. Αυτή είναι η μεγαλύτερή του επιτυχία. Δίχως να τον καταλάβει κανείς.
Δίχως να αφήσει ούτε ένα ίχνος.
Τα σπουργίτια φεύγουν.
Μα θα ξανάρθουν.
Κάθε μέρα και σε άλλο μπαλκόνι.
Κάθε μέρα και ακόμα θυσία.
Γέλιο χαιρέκακο.

«SPARROWS IN THE RAIN,» by Zoran Mihajlovic,