Φρέσκα

Πόλη και χωριό

του Αργύρη Νικολάου

Γι’ αυτόν δεν έμπαινε ποτέ ζήτημα που και πως θα περάσει τις γιορτές. Πήγαινε πάντα στο γενέθλιο τόπο, στους γονείς του. Να περάσει λίγες στιγμές μαζί τους, να βοηθήσει και να βοηθηθεί. Το νήμα ήταν εκεί, καλά κρατημένο, δεν είχε παρά να απλώσει το χέρι του και να το πιάσει.

Μεμιάς όλα όσα τον βάραιναν στην πόλη χάνονταν. Σαν να μην υπήρχαν. Αυτή η μεταμόρφωση του άρεσε και την επιζητούσε.

Στο χωριό ήταν αυτός που ήταν από πάντα: Ο γιος που όλη τη μέρα την περνούσε με τους γονείς του και το βράδυ, όταν αυτοί ξάπλωναν, αναζητούσε τους παιδικούς του φίλους στον καφενέ. Εκεί πιάνανε κατά κανόνα τα παλιά. Η πόλη, σοφώς ποιούσα, έμενε μακριά.

Μια φορά μόνο τους αφηγήθηκε μια ιστορία της και μετάνιωσε πολύ γι’ αυτό. Είπε πως θα πήγαινε να μιλήσει κάπου και πήρε ένα φίλο του να οδηγήσει για να μην κουραστεί στη διαδρομή. Οι φίλοι του τον κοίταξαν με συμπάθεια, οι υπόλοιποι καφενόβιοι με απορία. «Σιγά το πράμα που θα έκανες» είπε ένας τους.

Το επιχείρημα που έφερε μετά, πως υπάρχει κι άλλη κούραση πέραν της χειρωνακτικής, το μόνο που κατάφερε ήταν να αντικαταστήσει την απορία στα μάτια τους με τη δυσπιστία.

Καλά να πάθω, σκέφθηκε, και το γύρισε αλλού.