Τομπουρλίκα
του Αργύρη Νικολάου
Νομίσαμε πως μπαίναμε σε ένα ακόμα μαγαζί. Λάθος μέγα. Η φίλη μου πρώτη το κατάλαβε.
Τεντώθηκε, τεντώθηκε να κρεμάσει το παλτό της σε μια από τις κρεμάστρες που ήταν παντού, αλλά ματαίως. Ήτανε πολύ ψηλά, άχρηστες, διακοσμητικές. Χαμογελώντας με νόημα παραιτήθηκε από την προσπάθειά της. Το ίδιο και τα ρολόγια τοίχου που ήτανε παντού. Κανένα δεν έδειχνε τη σωστή ώρα. Ήτανε άχρηστα, διακοσμητικά.
Οι μόνες που δεν ήταν διακοσμητικές, και που δεν επρόκειτο ποτέ να γίνουν, ήταν οι μορφές στις φωτογραφίες: ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, οι αδερφοί Μιλάνου… Α και οι μουσικοί. Ήτανε οι μπαγάσηδες δεξιοτέχνες του είδους, παίχτες φοβεροί. Οι ταραγμένοι μας καιροί ταξίδευαν όλη τη νύχτα με ασφάλεια στα χέρια τους. Θα ΄ναι καλά ακόμα κι όταν δεν είναι καλά!
Από τότε πέρασαν είκοσι χρόνια. Δεν σταματήσαμε να πηγαίνουμε εκεί. Η εντύπωση, βλέπετε, πως έχουμε να κάνουμε με έναν άλλο όμορφο κόσμο μας στοιχειώνει ακόμα. Ήτανε κι ο κόσμος, αυτός ο κόσμος, που μας έδινε συνέχεια λόγους να πηγαίνουμε.
