Tο άγγιγμα του βιαστή
του Αλέξανδρου Χρηστομάνου
Κάτω από ένα αυτοκίνητο, βγήκε κουτσοδόντας ένα μικρόσωμο περιστέρι. Στο ράμφος κρατούσε ένα ξεροκόμματο. Ήταν φανερό ότι έψαχνε ένα ήσυχο μέρος, να χορτάσει την πείνα του.
Ξαφνικά άρχισε να τρέξει ταλαντευόμενος, λες και προσπαθούσε να αποφύγει καμιάς πισώπλατης σφαίρας. Τον λόγο που το ‘βαλε στα πόδια, το ξέρε ο ίδιος. Τον κυνηγούσε ένα άλλο περιστέρι, ευτραφής, μούτρος, ώσπου ξαφνικά τον πρόλαβε και τον πήδηξε. Ο πηδηγμένος δεν έβγαλε κιχ. Έσφιξε το ράμφος του, ώσπου το μικρό ξεροκόμματο έσπασε στα δυο. Μόνο έτσι θα καταλάβαινε κανείς, πώς το μικρόσωμο περιστέρι ήταν περιστέρα.
Άτυχη, τυχερή, εκείνη την στιγμή δεν θέλεις να το προσδιορίσεις. Απλώς κοιτάς, που προσπαθεί να προστατέψει με κάθε τι, τα ξεροκόμματα και λυπάσαι. Ευτυχώς, η βίαια ερωτική πράξη κράτησε δευτερόλεπτα. Ο περίστερος κατέβηκε ήρεμα. Η περιστέρα τίναξε δυνατά τα φτερά της, λες και επιθυμούσε να της βγουν μερικά πούπουλα, μπας και έτσι διώχνει από πάνω της, το άγγιγμα του βιαστή.
Ύστερα κατάπιε το μισό ξεροκόμματο, σαν αντισυλληπτικό χάπι. Τα άλλα περιστέρια δεν πρόσεξαν τίποτα. Και αν είδαν, σίγουρα θα σκεφτήκαν, «Αχ αδερφούλα, ευχήσου να ναι άσφαιρος. Δεν είναι οι κατάλληλοι καιροί να μεγαλώσεις παιδάκια.»
