Φρέσκα

Μεσάνυχτα στους δρόμους της πόλης

Για να πάω στο προορισμό μου είχα δύο επιλογές. Η πρώτη, από Λ. Αλεξάνδρας να στρίψω Πατησίων, να μπω δεξιά στην Ομόνοια, να κατέβω την Αγ. Κωνσταντίνου και στο Εθνικό Θέατρο να κάνω αριστερά για να βγω Πειραιώς. Η δεύτερη ήταν να συνεχίσω από Λ. Αλεξάνδρας ευθεία κάτω την Ιουλιανού, να στρίψω αριστερά στην Αριστοτέλους, να συνεχίσω ευθεία στη Σωκράτους όπως γίνεται μετά τη πλατεία Βάθης και να κάνω δεξιά μόλις συναντήσω την Αγ. Κωνσταντίνου. Επειδή συνήθως επιλέγω τη δεύτερη διαδρομή, για λόγους εναλλαγής αυτή τη φορά προτίμησα τη πρώτη.

Από τα πρώτα ήδη μέτρα, φάνηκαν οι μεταξύ τους διαφορές και δεν αφορούσαν τον αριθμό των φαναριών που συναντάς ή τη διάρκειά τους. Είχε να κάνει με δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας πόλης. Από τη μία πλευρά, η καθαρή και περιποιημένη Πατησίων που στο φόντο της έχει καρφιτσωμένη την Ακρόπολη, με τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και τα πολλά πορτοκαλί φώτα να ζεσταίνουν το γκρι της ασφάλτου και των γύρω κτιρίων, μαζεύοντας έτσι λίγη απ’ την άπλα που πάει να συνηθίσει το μάτι. Ακολουθώντας κάποιους άγραφους κανόνες μάρκετινγκ που ορίζουν πως το ν’ αδημονείς για κάτι σε κάνει να το θέλεις περισσότερο, περνάς κάποια δευτερόλεπτα αναμονής στο κόκκινο φανάρι της γωνίας Πανεπιστημίου με Πατησίων. Όχι πολύ, τόσο όσο χρειάζεται ώστε να πάρεις μια ιδέα από τα φώτα στις βιτρίνες του Λουμίδη και του αρτοποιείου στη γωνία, των περαστικών που περνούν απέναντι και των αυτοκινήτων που διασχίζουν κάθετα το οπτικό σου πεδίο, σημάδια που σε προδιαθέτουν για το πού περίπου βρίσκεσαι και που σε προετοιμάζουν για να μπεις στη πλατεία Ομονοίας. Ανεξαρτήτως γούστου και αισθητικής, εδώ νοιώθεις πως η πόλη προσπαθεί να σου βγάλει το καλό της πρόσωπο. Πόσο μάλλον όταν ξέρεις καλά και αυτό που δεν δείχνει.

Η Ιουλιανού είναι πιο στενή από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας αλλά έτσι κι αλλιώς δεν προλαβαίνεις να τη συνηθίσεις. Λίγο μετά και στρίβοντας αριστερά στην Αριστοτέλους, θα βρεθείς με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα αριστερά, δεξιά κι εσένα να νοιώθεις ήδη πιο ασφυκτικά τα κτίρια από πάνω σου. Σφίγγεσαι λίγο απ’ το σκοτάδι που νοιώθεις, όχι γιατί είναι τόσο σκοτεινά όσο γιατί το φως δεν διαχέεται παντού όπως στη λεωφόρο, εδώ νομίζεις πως το σκοτάδι εφάπτεται μιας νοητής γραμμής κάτω από την οποία έχεις το ελεύθερο να κυκλοφορείς. Τα μαύρα παράθυρα στο κτίριο του Στασινόπουλου αριστερά και στο υπουργείο Υγείας δεξιά, σε συνδυασμό με τη σκοτεινή Μάρνης, σε προδιαθέτουν για κάτι το διαφορετικό.

Περνώντας απέναντι την Αριστοτέλους που γίνεται Σωκράτους, διασχίζεις το τελευταίο σύνορο μεταξύ προσχημάτων φτιασιδωμένης ομορφιάς και γνήσιας, ατόφιας φθοράς. Εδώ η πόλη δεν διστάζει να σου αποκαλύψει τί κρύβει μακριά από τη βιτρίνα της. Μαγαζιά με μόνιμα κατεβασμένα τα σιδερένια ρολλά τους, καφενεία που δεν τα εμπιστεύεσαι εύκολα το βράδυ, βρώμικοι δρόμοι και πεζοδρόμια, κορίτσια που περιμένουν να ψωνιστούν από περαστικούς μόλις στη γωνία μετά το αστυνομικό τμήμα, άντρες που κάθονται στα σκαλάκια κτιρίων δυσκολεύοντας τους αδαείς τουρίστες που έκλεισαν φθηνή διαμονή μέσω διαδικτύου κάπου εκεί γύρω και τώρα απομακρύνονται βιαστικά και σε ομάδες. Σε κάποια σημεία αναδύεται και μια μυρωδιά αμμωνίας που επιτείνει την αίσθηση πως αυτό το κομμάτι γης είναι πιο παραμελημένο από άλλα ενώ ο σκοτεινός όγκος του Εφετείου, είναι το τελευταίο εμβληματικό αντίο της εναλλακτικής αυτής διαδρομής πριν μπεις στα φώτα της Αγίου Κωνσταντίνου και χαλαρώσεις λίγο από την ένταση της επιφυλακής που σε κρατάει μέχρι τώρα σε υπερένταση.

Στρίβοντας από το Εθνικό Θέατρο αριστερά τη Μενάνδρου και έχοντας πλέον και τις δύο διαδρομές εντυπωμένες στο μυαλό, σίγουρα μπορείς να πεις πως μετάνιωσα γι’ αυτή που είχα διαλέξει. Είναι ωραία τα φώτα και τα στολίδια για να τραβάνε τη προσοχή σου και τα χρειάζεσαι κάποιες στιγμές που θες έναν από μηχανής θεό για να βγεις απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητάς σου αλλά κυρίως ζεις με τον άλλο έχοντας κάνει ο καθένας τις παραδοχές του. Δεν είναι έλλειψη εναλλακτικής η αποδοχή του άλλου όπως είναι. Είναι αληθινή τρυφερότητα το να σκύβεις πάνω απ’ τα σημάδια του για να τα χαϊδέψεις και αγάπη το να την βρίσκεις όμορφη έτσι όπως μεγαλώνει μαζί σου προσπαθώντας πάντα να προσαρμοστεί στις ανάγκες των καιρών.

Αυτό είναι που κάνει τη μελαγχολία σου δική μου, στο τρόπο που σε βλέπω οι αναμνήσεις είναι πολύτιμος συνοδηγός, δεν ασχημαίνουν τα πεζοδρόμια που περπάτησα πηγαίνοντας σε σχολές και φροντιστήρια, ούτε αλλάζουν οι διαδρομές σε καφενεία και βιβλιοπωλεία επειδή άλλαξαν τα δεδομένα μας. Περισσότερο από ποτέ, χθες κατάλαβα ότι είμαι πιο κοντά με τα τζάνκις που σέρνονται στα σκοτάδια σου παρά με τους γηγενείς τουρίστες στην ίδια τους τη πόλη. Δεν είναι θέμα αισθητικής. Είναι περισσότερο που δεν θέλεις κανέναν για να σε σώσει από τον εαυτό σου, που η έξωθεν καλή εικόνα όσο μεγαλώνεις μοιάζει κενή νοήματος, έχουν το σκοπό τους οι πληγές και τα σημάδια που απέκτησες στη πορεία του χρόνου, κι αυτά δικά σου είναι, είναι που πρέπει να το μάθω πως στόχος είναι να περάσεις αυτή και μόνο τη μέρα, την άλλη μια μέρα εδώ. Αν δεν ήταν οι αργές αλλαγές σου, θα είχα τρελαθεί με όλα όσα αλλάζουν πλέον γύρω μου με ταχύτητα φωτός αν και παραμένουν ίδια κατά βάθος. Αν δεν ήσουν εσύ το δίχτυ ασφαλείας μου, δεν θα μπορούσα να επιλέξω την ισορροπία στο κενό για νούμερό μου.

Χθες το αποφάσισα. Τέλος, δεν θα ξαναπάω από Πατησίων. Είναι κάτι που αφορά μόνο εμάς τους δύο, εμένα και την πόλη μου, αυτή τη πόλη που βρίσκεται κάτω από τις λεωφόρους και τα φώτα.

Πηγή: https://thesosimpleproject.wordpress.com/category/%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b5%ce%b9%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%85/

Οδός Αριστοτέλους – ΤΑ ΝΕΑ