Ιστορίες πικάντικες κι’ αληθινές…Το φιάσκο στον οίκο τυφλών
του VIX
Είναι μερικές φορές που οι παρέες κάνουν κοιλιά. Βολοδέρνουν από δω κι από κει χωρίς να παράγουν έργο. Ευτυχώς τότε δεν υπήρχαν κινητά και μιλάγαμε λίγο.
Ραντεβού στη Κηφισιά λοιπόν. Ο Γιάννης με τον Αντρέα και εγώ με το γιατρό. Πάμε, παρκάρουμε και καθόμαστε για καφέ. Είναι τέλος Μαΐου και ο καιρός καλός. Πίνουμε τον καφέ μας κοιτώντας αριστερά δεξιά για γυναίκες. Τίποτα. Ξεραΐλα. Περονόσπορος. «Πάμε να φύγουμε. Πάμε για σουβλάκια.» λέει ο Αντρέας. «Ωραία πάμε. Πού όμως;» λέει ο γιατρός. «Πάμε Σιβιτανίδου για κεμπάπ. Τα παίρνουμε στο χέρι και πάμε παραλία να τα φάμε».
Και ξεκινήσαμε. Ο Αντρέας είχε τη μανία να πηγαίνει από στενά και εναλλακτικές διαδρομές. Θεωρούσε ότι έτσι πάει πιο γρήγορα. Εμείς πήραμε το Sierra το Cosworth και πήγαμε μέσω εθνικής οδού και ποτάμι. Φυσικά, φτάσαμε πρώτοι. Ενημερώνουμε από UHF ότι φτάσαμε. Ο Αντρέας μας δίνει παραγγελία και παρκάρει στα Goody’s, επί της Σιβιτανίδου. Μπαίνουμε μέσα, παίρνουμε τα σουβλάκια και τις μπύρες σε δύο πακέτα. Ενημερώνουμε δια ασυρμάτου ότι είμαστε έτοιμοι.
Ο Αντρέας βάζει μπροστά και ξεκινάει σπινιάροντας. Φρενάρει απότομα δίπλα μας. Ο γιατρός πετάει τα σουβλάκια από το παράθυρο. Ο Γιάννης παρότι με αναπηρία, τα πιάνει έχοντας βγει ο μισός έξω από το παράθυρο. Ξεκινάει ξανά σπινιάροντας. Ξεκινάμε κι εμείς με θόρυβο. Στο φανάρι με τη Θησέως κάνουμε δεξιά και ακούμε σειρήνα. Περιπολικό. Φτου σου. Μπλέξαμε.
Μας οδηγούν στον οίκο τυφλών, στη στάση του τρόλεϊ. Βγαίνουν με όπλα ουρλιάζοντας. Αρχίζει να μαζεύεται κόσμος. Μας βάζουν να ακουμπήσουμε στη μάντρα. Ψάχνουν το πακέτο. Το ανοίγουν και παθαίνουν σοκ. Κάμποσα σουβλάκια, ζεστά και μοσχομύριζαν. Φιάσκο. Ρωτάει ο κακός μπάτσος: «κύριοι πόσο χρονών είστε;» Ο γιατρός έχει αρχίσει και εκνευρίζεται. Εν τω μεταξύ γνωρίζει και τον αρχηγό της Αστυνομίας. «Θα τον καρυδώσω τον ηλίθιο» λέει. Αρχίζουν πάλι οι τσαμπουκάδες. Ο γιατρός βουτάει τα σουβλάκια και αρχίζει και τρώει. Παίρνω κι εγώ ένα. Σαστίζουν οι μπάτσοι και ζητάνε ταυτότητες. Τις δίνουμε. Τότε οι ταυτότητες έγραφαν και επάγγελμα. Ο ένας γιατρός, οι δύο ηλεκτρονικοί σε γνωστή εταιρεία κι εγώ με καλή δουλειά.
«Ρε σεις, τι μαλακίες κάνετε; Μας ξεφτιλίσατε.»
Συνεχίσαμε να τρώμε αδιάφοροι. Ανοίξαμε και τις μπύρες. Και τότε είπε ο μικρός ο μπάτσος: «Πάμε να φύγουμε. Πείνασα…»
