Φρέσκα

Τάσος Πορφύρης…Ο καιρός πήγαινε προς τη βροχή

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά

Κουρνιάσαν οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί

Γλίστρησαν στίς φωλιές τους ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές

Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή

Βορεινή βαράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν

Προσμονή τῆς μπόρας ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς

Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη

Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι

 

Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς

Μεταξοσκώληκες  καθώς ροκάνιζαν τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς

Στό διπλανό δωμάτιο εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ στίς ἀναμνήσεις μας

Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν ἄφωνοι κεραυνοί

Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας

Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί

Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

Σῶμα κινδύνου