Μεγάλη Παρασκευή…νηστεία!
Του Vix.
Πάνε 20 χρόνια και βάλε. Είναι Πάσχα και οδεύουμε προς επαρχία, υπακούοντας στον κανόνα, “Χριστούγεννα στην πόλη, Πάσχα στο χωριό”. Οι γονείς με το δικό τους αμάξι. Εγώ με το δικό μου και ο αδερφός με την αρραβωνιαστικά με το δικό του. Είναι μία κατάσταση χλίδας που πηγάζει από την ανάγκη αυτονομίας και ελευθερίας κινήσεων. Τα προηγούμενα χρόνια, η περίοδος της νηστείας τη μεγάλη εβδομάδα ήταν βασανιστική. Συνήθως δεν υπήρχε τίποτα για φαγητό. Οι μανάδες και οι γιαγιάδες είχαν μπερδέψει τη νηστεία με την απεργία πείνας.
Το ταξίδι συνήθως διαρκούσε δυόμιση με τρεις ώρες. Εκείνη τη Μ. Παρασκευή είχε πολλή κίνηση. Οι ταχύτητες στην εθνική ήταν χαμηλές. Όλοι, ικανοί και ατζαμήδες πήραν τα αυτοκίνητα, τους φόρεσαν τις σχάρες που απεχθάνομαι, στούμπωσαν την καμπίνα με πράγματα και βγήκαν στους δρόμους ευδιάθετοι. Όλοι στο δρόμο για λίγες μέρες με καλό καιρό, φαγητό, κρασί και παρέες. Όλοι; Δε νομίζω. Ο αδερφός μου κι εγώ, έχουμε μία ξυνίλα που δεν περιγράφεται. Βαδίζουμε ολοταχώς στο ραντεβού με την πείνα και η εθνική οδός είναι πήχτρα.
Τηλεφωνάκι. Από το ένα αυτοκίνητο στο άλλο. Αλλαγή σχεδίων. Θα πάμε στον τόπο προορισμού χορτάτοι και μέσω παράκαμψης. Αράζουμε σε ένα παραλιακό μέρος για καφέ. Πίνουμε τη φραπεδιά και μετά φαϊ. Παίρνουμε τους καταλόγους και αρχίζουμε: Γαρίδες, καλαμαράκια, πατάτες τηγανητές, χταποδάκι στα κάρβουνα, καραβίδα, σαλάτες, ψωμιά και μπύρες. Σκάσαμε από το φαγητό. Τέτοιο φαγητό φαγητό δεν είχα κάνει ούτε εκτός νηστείας. Λογικά θα μας κρατήσει μέχρι το Σάββατο το βράδυ. Είναι 24 ώρες και κάτι. Θα φάμε και κάτι παστέλια και χαλβάδες και όλα θα είναι εντάξει.
Ζητάμε το λογαριασμό. Ήταν κάμποσα. Σαν σημερινός λογαριασμός της ΔΕΗ ένα πράγμα. Φεύγοντας γεμάτος ενοχές είπα: “Ωραία νηστεία κάναμε….”
Μετά σκάσαμε στα γέλια. Έφυγαν οι ενοχές μετά από λίγα δευτερόλεπτα.
Αυτή η Μ. Παρασκευή είναι η μία από τις δύο που θυμάμαι. Οι άλλες είναι διεγραμμένες…
