Φρέσκα

Νυχτερινά μαθήματα

του Αργύρη Νικολάου

Ανάμεσα σ’ άλλα κι αυτό: «Αυτοπεποίθηση αρνητικού», Βασίλης Γεωργίου, Εκδόσεις ερωδιός, 1996. Εύκολο να τον θυμηθώ• τα ονοματεπώνυμά τους σχημάτιζαν έναν κύκλο: Γεώργιος Ευσταθίου, Ευστάθιος Βασιλείου, Βασίλειος Γεωργίου. Συνυπηρετούσαμε άπαντες στα Λάβαρα του Έβρου, στο φυλάκιο. Όλοι τους χαρακτηρισμένοι και με γερές σπουδές, εδώ και στην αλλοδαπή. Μου έμαθαν, ανάμεσα στα άλλα, να μην εφησυχάζω και με το βιβλίο του ο τελευταίος την τέχνη της επιβίωσης στην επαρχία, ειδικά από την ώρα που σβήνουν όλα τα φώτα και μένει μόνο αυτό απ’ τις κολόνες της ΔΕΗ. Το απόσπασμα:

«Είχε μάθει μόνος να διορθώνει τη Σκιά του εντοπίζοντας το κοντράστ και τη θέση των χεριών, ιδίως τη νύχτα. Όταν άναβαν τα φώτα, περπατούσε κάτω από τις μαύρες κολόνες της ΔΕΗ στην επαρχία –εκατό βήματα η απόσταση της μιας από την άλλη. Καθώς ο ίσκιος δίπλα στα μεγάλα του παπούτσια, όταν το φως έπεφτε κάθετα, έπαιρνε ακαθόριστο σχήμα, σκέφθηκε πως θα μπορούσε να αναπτύξει μια γλώσσα λιτή: μερικά βήματα πλάγια κι απομακρυνόταν σκόπιμα από την κολόνα – ο ίσκιος έπαιρνε άλλο σχήμα. Άνοιγε τα χέρια όπως για να πετάξει –το ίδιο και η Σκιά. Έφερνε τα χέρια στην ανάταση με το κεφάλι πίσω –τότε τον διόρθωνε διακριτικά η Σκιά του. Δύο βήματα μετά μπροστά, τρία, τέσσερα.

Θυμήθηκε τον Νουριέγεφ, δύο βήματα σημειωτόν, τέντωσε το στέρνο, ψαλίδισε τα πόδια στον αέρα, χάθηκε το κεφάλι πίσω από την πλάτη, σπάθισε με δύναμη το σκοτάδι, τα χέρια πήραν μια θέση που εκμηδένιζαν τις κλειδώσεις –δεν έπαιζε καμιά μουσική και πρασίνιζαν τα πορτοκάλια ακόμα. Οι παλάμες διανυκτέρευαν στις τσέπες. Η Σκιά πίσω χανόταν. Κάτι ανέδινε απορία –ήταν το ετοιμόρροπο φεγγάρι. Η επαρχία κοιμόταν…»