Φρέσκα

Οι πόρνες της Θεσσαλονίκης … Νο 5 – «Η βιβλιοθήκη»

της Βιτάλια Ζίμμερ

 

Η Σάρα θα παραλάβει το αυτοκίνητο. Θα το κρύψει για λίγους μήνες, μέχρι το Μάιο, σε μία έκθεση αυτοκινήτων. Είναι το πιο ασφαλές σημείο. Φανερό μεν, αλλά κρυμμένο δε. Ιδέα άλλου η οποία είναι καταπληκτική. Είμαστε έτοιμες από το πρωί. Βαλίτσες, τσάντες, εισιτήρια, διαβατήρια, όλα σε τάξη. Επιτέλους ήρθε το ταξί. Φόρτωσαν τα πάντα και μπήκαμε στο πίσω κάθισμα. Προορισμός, Ελευθέριος Βενιζέλος, πτήση για Μόναχο με τη Lufthansa με ένα Airbus. Σε Boeing εκτός του 747, με τη χαρακτηριστική κύφωση, δεν ανεβαίνω χρόνια τώρα. Ούτε στα ήσυχα McDonell της Alitalia. Τακτοποιούμε το check-in και τις βαλίτσες. Έχουμε τρεις βαλίτσες σύνολο. Δύο εγώ, μία η Λαμπρινή. “Πώς αισθάνεσαι;” της είπα. “Σ’ ευχαριστώ πολύ. Όμως δεν νιώθω ακόμα ελεύθερη. Είμαι κάπως. Λυπάμαι που φεύγω” μου αποκρίθηκε. “Πάμε για ένα καφέ. Κερασμένο…”. “Ευχαρίστως…”. Είναι η ώρα να αναλύσω το σχέδιο. Πρέπει να της το πω. Καθίσαμε σε ένα σχετικά απόμερο σημείο. Σε αυτή περίπτωση δεν θέλω λαθρακουστές. Οι διπλανοί είναι ξένοι. Η πιθανότητα να ξέρουν Ελληνικά είναι μικρότερη. Έρχεται ο σερβιτόρος ντυμένος με μπεζ γιλέκο μαύρο πουκάμισο και κόκκινο παπιγιόν. “Δύο cappuccino και δύο κρουασάν βουτύρου…”. Περίμενα να έρθουν οι καφέδες. Αυτή τη φορά δεν κάτσαμε αντικριστά. Την έβαλα να καθίσει αριστερά μου. Θέλω το δυνατό χέρι μου, το αριστερό, κοντά της.

“Ξέρεις, η διαδικασία έχει διάφορα στάδια. Το πρώτο είναι η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Η εξάρτησή σου δεν είναι μεγάλη. Θα το ξεπεράσεις εύκολα. Θα μείνουμε στο Μόναχο στο σπίτι μου. Πρώτη φορά θα βάλω ξένο άνθρωπο, άγνωστο σε εμένα. Εγώ όμως θα επιμείνω να σε λέω Λαμπρινή γιατί έτσι γνώρισα κι ας μην σε λένε έτσι. Δεν έχει νόημα να αλλάξεις ταυτότητα. Το σημαντικό είναι να γιατρευτείς.”… “Είσαι πολύ παράξενος άνθρωπος. Μου πατάς τον κάλο συνέχεια μα δεν με κουράζεις. Τι συμβαίνει με σένα;”… “Συνεχίζω, τα δικά μου άλλη φορά. Θα εργαστούμε παρέα. Συνεταίροι, μισά-μισά. Θα καθαρίζουμε κάποιους χώρους της Εκκλησίας και θα βοηθάμε σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις. Η αμοιβή είναι κατώτερη της πορνείας φυσικά, αλλά νομίζω θα σου φτάσουν. Φαγητό και στέγη θα έχεις μέχρι να σε πάω κάπου αλλού” …. “Όταν εννοείς κάπου αλλού, τι είναι το αλλού;” …. “Θα σε πάω σε έναν φίλο. Στο λέω ευθέως. Μακάρι να τα βρείτε.” …. “Έχεις παλαβώσει τελείως. Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο. Δεν είμαι γεννημένη για μάνα. Εγώ είμαι μία του δρόμου. Ταλαιπωρημένη και δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω παιδιά…” …. “Μπορείς. Ξέρω τι λέω. Είσαι εντάξει. Το σώμα σου μπορεί. Το κεφάλι σου δεν μπορεί… Αυτό πάντως, πιο μετά. Ένα μικρό βήμα τη φορά.”

Μπήκαμε στο αεροπλάνο. Δεν πήρα επίτηδες εισιτήριο πρώτη θέση. Δεν θέλω να είναι άνετη. Όταν δραπετεύεις δεν είσαι στη χλιδή και στην άνεση. Φεύγεις όπως-όπως. Περιμένω την απογείωση και την οριζοντίωση του αεροπλάνου. Βάζω το καπέλο στο πρόσωπο και κοιμάμαι. Μία συνήθεια επίκτητη από ένα αγαπημένο πρόσωπο. Την αφήνω να το χωνέψει στο κεφάλι της. Άλλωστε, εδώ που είμαστε, δεν μπορεί να δραπετεύσει.

Ο ύπνος θα διακοπεί μόνο για το απαίσιο φαγητό. Μοσχάρι με ρύζι ζεσταμένο. Η διάφανη μεμβράνη που καλύπτει το πλαστικό δοχείο είναι ιδρωμένη. Η Λαμπρινή είναι σε άλλη κατάσταση λειτουργίας. Τρώει λαίμαργα. Άλλο ένα θέμα στη λίστα μου που πρέπει να διορθωθεί.

Η αναγγελία για τις θέσεις των καθισμάτων σε όρθια θέση δίνει το σύνθημα. Φτάνουμε… Όλα καλά. Η Λαμπρινή δείχνει χαμένη στο αεροδρόμιο. Την κρατάω από το χέρι. Επιτέλους ήρθαν οι βαλίτσες. Θα πάρουμε ταξί. Είναι μακριά το σπίτι. Μπορείς και με τρένο αλλά μία έξυπνη γυναίκα σαν την Λαμπρινή μπορεί να αναστρέψει την πορεία και να ξεφύγει. Με το ταξί θα μπερδευτεί.

Σπίτι μου! Το σπίτι μου στο Μόναχο, κληρονομιά της μαμάς μου, είναι τέλειο. Είναι τεράστιο και έχει το καμάρι μου μέσα. Τη βιβλιοθήκη μου. Έχω κοιμηθεί αμέτρητες φορές στην πολυθρόνα μου. Πετάμε τις βαλίτσες στην άκρη την πιάνω από το χέρι και της λέω “Έλα, πάμε να σου δείξω…” … Θα την ξεναγήσω σε όλο το σπίτι. Θα της δείξω το δωμάτιο της μαμάς που τώρα είναι δικό μου. Θα της το παραχωρήσω. Ο καλεσμένος αυτός είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Συνεχίζουμε με τη βιβλιοθήκη. Θα φτιάξουμε ένα καφέ και θα κάτσουμε στο σημείο του διαλόγου. Ένα μικρό στρογγυλό ξύλινο τραπεζάκι βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βυσσινί πολυθρόνες με αυτιά. “Καλώς όρισες Λαμπρινή” … “Καλώς σε βρήκα!”  … “Μία παράκληση μόνο… το κάπνισμα απαγορεύεται εντός του κτιρίου…Τα υπόλοιπα είναι χρηστικά, θα στα δείξω. Το απόγευμα θα πάμε για φαγητό και αύριο για εργασία…” …. Δεν είπε κάτι. Σηκώθηκε και κοίταζε τη βιβλιοθήκη. Στην αρχή κοιτούσε μετά άρχισε να αγγίζει με τα μήλα των δακτύλων της. Περισσότερο χάιδευε τα βιβλία. Μετά έβγαλε ένα και άρχισε όρθια να το ξεφυλλίζει. Ήταν στα Γερμανικά, ένα βιβλίο ψυχιατρικής. “Μπορείς να πάρεις όποιο βιβλίο θες. Ο κανόνας είναι ένας. Να το ξαναβαλεις στη θέση του. Μόλις το ανοίξεις, θα δεις κάτω αριστερά τη θέση του. Είναι εύκολο. Θα παίρνεις όμως ένα τη φορά.” …. “Ποιο μου προτείνεις να διαβάσω; Δεν ξέρω Γερμανικά…” … “Υπάρχουν βιβλία σε πολλές γλώσσες. Πάρε όποιο θες. Εδώ είσαι μόνη σου….”