Φρέσκα

Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα (2)

της Βιτάλια Ζίμμερ

 

Από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο

 

Φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη. Η καρδιά μου χτυπάει. Λίγα ακόμα μίλια και θα είμαι στο ξενοδοχείο. Μία ώρα το πολύ. Όμως έχω κάνει λάθος. Ο κύριος κι εγώ περιμένουμε τις βαλίτσες μας. Αυτό μας στερεί τη δυνατότητα εύρεσης ταξί. Τα ταξί στο αεροδρόμιο Μακεδονία εξαντλούνται εύκολα. Παραλάβαμε σχεδόν μαζί τις βαλίτσες. Εκείνος έχει μία με ρόδες και κι εγώ δύο χωρίς ρόδες, συν τη χειραποσκευή. Προσπαθώ να τις βάλω στο καρότσι και πέφτει η πάνω βαλίτσα. Με κοιτάζει με ένα ύφος λύπησης. “Παρακαλώ… θέλετε βοήθεια; Θα πάρω τις δύο βαλίτσες στα χέρια. Πάρτε τη χειραποσκευή και τη δική μου που έχει ρόδες.” Δέχτηκα τη βοήθεια. Βγαίνουμε έξω και δεν υπάρχει κανείς.

Είμαστε δυο μας και δεν υπάρχουν ταξί. Τότε ακούγεται μία φωνή. “Καλώς τον!!! Καλώς όρισες αγαπημένε μου!” Μία κυρία, η Μαρία, με όμορφα μάτια, καλοντυμένη με ταγιέρ και άσπρο πουκάμισο. Πολύ περιποιημένη κυρία. Φιλιούνται σταυρωτά, κοιτάζονται στα μάτια και τα χαμόγελα είναι διάπλατα. Τι όμορφη σκηνή! Δεν είναι η γυναίκα του, αλλά σίγουρα είναι συγγενείς. Φορτώνει τη βαλίτσα στο αυτοκίνητο και ξαφνικά γυρίζει και με κοιτάει. “Συγγνώμη… Θα περιμένετε πολύ ώρα για ταξί. Τα ταξί θα εμφανιστούν λίγο πριν την επόμενη πτήση. Θέλετε να έρθετε μαζί μας;” … “Όχι, όχι δεν πειράζει, θα περιμένω…” … Το λόγο πήρε η Μαρία. “Κοπελιά, έλα σε παρακαλώ. Θα μας περάσουν για αφιλόξενους! Και είμαι και Πόντια!”.

Η προφορά των δύο είναι διαφορετική. Εκείνος είναι Αθηναίος ή νότιος. Η Μαρία είναι σίγουρα Θεσσαλονικιά. “Ξέρετε… πάω στο ξενοδοχείο Ηλέκτρα.” … “Στο ίδιο ξενοδοχείο πάμε… Παρακαλώ επιστρέψτε μας” είπε εκείνος. Δέχτηκα. Πήρε τις βαλίτσες. Έβαλε τη μία στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και την άλλη στο πίσω κάθισμα.

Έκατσα πίσω. Μπροστά εκείνος και οδηγός η Μαρία. Το λόγο πήρε η Μαρία. “Πόσο θα μείνεις αυτή τη φορά;” … “Είκοσι μέρες τουλάχιστον.” … “Σου έχω πει να έρχεσαι στο σπίτι. Μας αγνοείς συστηματικά. Ο Γιάννης το έχει παράπονο” … “Σαν ιδιώτης μένω στο σπίτι σου. Όταν έρχομαι για δουλειά, δεν θέλω. Στο έχω πει χίλιες φορές. Θέλω να είμαι δίπλα στο γραφείο γιατί πηγαινοέρχομαι ώρες περίεργες” … “Το ξέρω καλέ μου. Το ξέρω.  Κοπελιά πώς σε λένε; Από που έρχεσαι αν επιτρέπεται;” … “Είμαι η Βιτάλια. Έρχομαι από την Αμερική. Από τη Νέα Υόρκη. Μόλις τελείωσα τις σπουδές μου. Γεννήθηκα και έζησα μέχρι τα δέκα μου εδώ, στη Θεσσαλονίκη.” Μόλις άκουσε το όνομα, γύρισε πίσω και με κοίταξε. Η Μαρία συνεχίζει “Βιτάλια! Καλώς όρισες στην όμορφη πόλη μας! Άστον αυτόν. Αυτός είναι Αθηναίος, χαμουτζής. Δεν μας καταλαβαίνει αλλά εμείς τον αγαπάμε!

Τι μπορούμε να κάνουμε για σένα;” … “Ευχαριστώ πολύ. Ήδη κάνετε πολλά και οι δύο σας.” … “Βιτάλια, θα είσαι κουρασμένη και θα πεινάς. Εμείς θα πάμε για φαγητό. Θα βολέψουμε τις βαλίτσες και μετά θα φύγουμε. Θα συναντηθούμε με τον άντρα μου τον Γιάννη και θα πάμε στην Περαία. Χωράει ένας καλός…”  … “Να κάνω μία αδιάκριτη ερώτηση μόνο. Τι σχέση έχετε εσείς οι δύο;” … “Πες πως είμαι η αδερφή του. Δεν είμαστε αδέρφια, αλλά συνάδελφοι. Είμαστε χρόνια έτσι. Τον προσέχω επειδή τον αγαπάω. Είναι εξαιρετικός μα και επικίνδυνος! Είμαι εννέα χρόνια μεγαλύτερή του. Φροντίζω να τρώει σωστά γιατί όποτε έρχεται στη Θεσσαλονίκη μένει νηστικός. Όλη μέρα δουλειά και το βράδυ ποτά… Τον βάζω σε τάξη.”  Και συνεχίζει ο κύριος “Κάθε πρωί, η Μαρία θα πάει να μου πάρει φαγητό. Πότε δυο τρία κουλούρια, πότε μία μπουγάτσα με κρέμα. Μου τα φέρνει στο γραφείο και περιμένει να τα φάω. Μια φορά αρρώστησα και με πήγε σπίτι με το ζόρι. Με τάραξε στις σούπες. Η Μαρία είναι ο μοναδικός μου συγγενής σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.”

Τι όμορφη σχέση! Ανιδιοτελής. Δύο άνθρωποι αγαπιούνται. Έτσι επειδή θέλουν. Κοινωνική αγάπη. Νοιάζονται ο ένας για τον άλλον και είναι φίλοι. Ούτε τα ζευγάρια δεν είναι έτσι που στο τέλος καταλήγουν, ο ένας βρίζει τον άλλον. Αυτοί είναι σαν αδέρφια. Θα πάω μαζί τους.

Φτάσαμε στο Ηλέκτρα Παλλάς. Θα δεχθώ μία ακόμα φορά βοήθεια για τις βαλίτσες. Μέχρι τη reception. Η Μαρία με κοιτάζει στα μάτια. Θα έρθει και θα με αγγίξει. “Πήγαινε να φρεσκαριστείς και φύγαμε. Σε περιμένω εδώ στο σαλόνι..”  Τα μάτια της ήταν υγρά.  

 

Συνεχίζεται ….