Φρέσκα

Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα (5)

της Βιτάλια Ζίμμερ

 

Ένα ψάρι με βάζει σε περιπέτειες.

 

Η παρέα δεν με ενόχλησε όσο είχα χαθεί σε αυτό το μικρό μα σημαντικό τελετουργικό επιστροφής. Οι άλλοι έχουν καθίσει. Περισσεύει μία θέση. Θα κάτσω ανάμεσα στη Μαρία και στον Κωνσταντίνο. Η Μαρία θα μου πιάσει το χέρι. “Καλώς όρισες και πάλι στη Θεσσαλονίκη μας. Θέλω να ξέρεις πως ότι και να χρειαστείς θα είμαστε δίπλα σου.”  Δεν είναι δυνατόν. Είμαστε άγνωστοι. Δεν έχω πειστεί τελείως για τα κίνητρα. Από την άλλη βλέπω μία εκλεπτυσμένη συμπεριφορά. Θα δείξει. Ας τελειώσουμε αυτό το δείπνο και μετά θα δω τι θα κάνω. Μάλλον θα εξαφανισθώ. Έχω άλλωστε και δικά μου θέματα να κλείσω.

Όσο τα σκέφτομαι όλα αυτά, καταφθάνει ο σερβιτόρος. Μαύρο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο. Στην τσέπη το κλειδί για τα αναψυκτικά. Στην τσέπη του πουκαμίσου το μπλοκ για την παραγγελία και το στυλό. Ξεκινάμε… Χταπόδι στα κάρβουνα, καλαμαράκια, σαλάτα ντομάτα αγγούρι. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε επιπλέον κολοκυθάκια τηγανητά, πιπεριές Φλωρίνης και για αρχή ντομάτα γαρύφαλλο με αλάτι, ελιές πράσινες με κόκκινη πιπεριά μέσα τους και ρακί. Το ψάρι θα διαλέξει ο Γιάννης με τον Κωνσταντίνο. Θα πάνε στην κουζίνα να διαλέξουν. “Αυτά τα αφήνω στους άντρες” είπε η Μαρία. “Βιτάλια, απόλαυσέ το σε παρακαλώ.”

Επιστρέφουν από την κουζίνα. Από πίσω ο σερβιτόρος φέρνει τις ρακές και τη ντομάτα με τις ελιές. Βλέπω τέσσερα μικρά ποτηράκια. Τα ξέρω σαν σφηνάκια με τεκίλα. Μάλλον κάτι τέτοιο είναι. Ξεκινάμε να τρώμε. Η ντομάτα σκέτη με αλάτι είναι χάλια. Μετά η ελιά προσθέτει τη γεύση του πικρού και το καυτερό της πιπεριάς. Όλα είναι χάλια. Μέχρι το επόμενο βήμα. Τσουγκρίζουμε και οι τέσσερις τα μικρά ποτήρια και πίνουμε μονομιάς το σφηνάκι. Αυτό είναι! Θέλω κι άλλο! Η εναλλαγή των γεύσεων είναι φανταστική. Σπάει τα πάντα. Ακολουθεί το χαμόγελο. Άλλο ένα. Αυτά τα ταπεινά υλικά, ντομάτα, αλάτι, ελιά, πιπεριά και δυνατό αλκοόλ από τα υπολείμματα του τρύγου είναι θησαυρός. Η επιλογή του είναι εξαιρετική! Να τι έχω χάσει σίγουρα. Η συζήτηση ανάβει. Μιλάμε και οι τέσσερις. Με ρωτάνε για τις σπουδές μου και το τι σκέφτομαι να κάνω. Δείχνουν ενδιαφέρον. Κουράζονται με την προφορά μου αλλά είναι ευγενικοί. Μερικές λέξεις επεξηγούνται στα αγγλικά. Τα σφηνάκια φεύγουν. Ήρθε το κρασί με τα πρώτα πιάτα. Λευκό κρασί, όχι επώνυμο. Νομίζω είπαν μοσχοφίλερο. Το λάτρεψα. Το αλκοόλ μας χαλαρώνει όλους. Η ευγένεια όμως στέκεται ακλόνητη. Είναι στο κέντρο του τραπεζιού και στέκεται με το φραγγέλιο. Η Μαρία και ο Γιάννης πλέκουν εγκώμια για τον Κωνσταντίνο. Είναι ο μόνος που μιλάει λίγο και ελέγχει συνέχεια το βλέμμα μου. Μέχρι που ήρθε το ψάρι. Ένα μεγάλο καλοψημένο ψάρι. Επιλογή του Γιάννη και του Κωνσταντίνου. Και ξεκινάει το show.

Ο Κωνσταντίνος θα σηκωθεί όρθιος. Θα βάλει το κάθισμα στην άκρη και θα πιάσει το πιρούνι και το κουτάλι να καθαρίσει το ψάρι. Με προσεκτικές κινήσεις αφαιρεί τα πλαϊνά του ψαριού. Αφαιρεί τα κόκκαλα ένα ένα. Ότι δεν χρειάζεται τα βάζει στο πιάτο του. Ο σερβιτόρος ξέχασε να φέρει επιπλέον πιάτο για το καθάρισμα. Ο Γιάννης δηλώνει ότι θέλει το κεφάλι του ψαριού. Ο Κωνσταντίνος συνεχίζει ακάθεκτος. Πιέζει με το κουτάλι απαλά τη ραχοκοκαλιά του ψαριού σε όλο το μήκος της, αργά και σταθερά. Όχι μία φορά, πολλές. Προσέχει να μην πιέσει πολύ το ψάρι. Θα το γυρίσει από την άλλη πλευρά. Θα κάνει το ίδιο. Πιάνει το μαχαίρι και κόβει την ουρά. Θα τη βάλει κι αυτή στο πιάτο του. Η πιατέλα με το ψάρι είναι καθαρή. Ούτε ένα άχρηστο κομμάτι. Πιάνει το κεφάλι με το χέρι του και τραβάει. Μαγικό. Ολη η ραχοκοκαλιά και το κεφάλι έφυγαν μονομιάς. Το ψάρι είναι άθικτο χωρίς κόκκαλα. Μετά κόβει το κεφάλι από το υπόλοιπο και το βάζει στο πιάτο του Γιάννη. “Αυτά μας κάνει ο χαμουτζής και τον έχουμε θεό εμείς τα καρντάσια” είπε ο Γιάννης γελώντας. Η Μαρία καμάρωνε. Συνεχίζει όμως. Με το πιρούνι ακολουθεί τη γραμμή της ραχοκοκαλιάς. Μία φορά, δύο φορές, τρεις. Και τέλος, με το πιρούνι και το κουτάλι ανοίγει στα δύο το ψάρι. Εμφανίζεται ξαφνικά ή καθαρή λευκή σάρκα. Είναι λαχταριστή. Το καλό φαγητό δεν είναι μόνο γεύση. Είναι και η όψη. Το ρεσιτάλ έχει και συνέχεια όμως. Θα πάρει το καλό κομμάτι, αυτό που δεν έχει τα αυγά του ψαριού και θα το βάλει στο πιάτο μου. Μου έδωσε το καλύτερο κομμάτι. Μετά θα σερβίρει τη Μαρία. Το τελετουργικό ολοκληρώνεται με το λαδολέμονο. Ένα σκεύος σαν το λυχνάρι του Αλλαντίν έχει το μίγμα. Θα περιλούσει το ψάρι με μία κίνηση μετρ. Θα ρίξει ούτε πολύ, ούτε λίγο. Όσο χρειάζεται. Το πιάτο θα ομορφύνει.  Θα κάνει το ίδιο και στη Μαρία. Απομένει ο ίδιος, που όμως έχει μείνει χωρίς πιάτο. Σηκώνει το χέρι να του φέρουν ένα. “Περίμενε…” του είπα. Πιάνω το πιάτο μου και το βάζω ανάμεσά μας. “Ελα, θα μοιραστούμε το πιάτο μου…” Κατέβασε το χέρι του και με κοίταξε στα μάτια. Πιο έντονα, πιο καθαρά και με μεγαλύτερη διάρκεια από κάθε άλλη φορά. Θα φάμε από το ίδιο πιάτο…

Συνεχίζεται…