Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα (8)
της Βιτάλια Ζίμμερ
Όλα στο τραπέζι
Θα συμφωνήσω για το γεύμα. Διστάζω λίγο αλλά η αλήθεια είναι ότι μαγεύομαι από τους καλούς τρόπους. Δυσκολεύομαι να αρνηθώ μία ευγενική πρόταση για ένα γεύμα. Η πρόσκληση σε γεύμα είναι ύψιστη για μένα. Σπανίως τη αρνούμαι. Εκτός κι αν ο άλλος δείχνει να έχει κακούς σκοπούς. Στο παρελθόν έχω βρεθεί σε δύσκολη θέση. Ξέρω να κρίνω πλέον τι μπορεί να συμβεί.
“Πάμε στη Μαρία να της το πούμε. Μήπως θέλει να έρθει.” … “ΟΚ” … Δεν θέλω να έρθει η Μαρία. Αλλά αν η Μαρία αρνηθεί αυτό σημαίνει ότι ξέρει πραγματικά να φέρεται. “Μαρία μου. Εμείς πάμε για φαγητό. Έλα μαζί μας να φάμε παρέα!” … “Έχω αρκετά θέματα σήμερα. Λείπει και ο Χριστόδουλος και έχω και τα δικά του. Πηγαίντε οι δυο σας. Μην φάτε πολύ όμως! Το βράδυ θα έρθετε σπίτι να φάμε παρέα!” Ο Κωνσταντίνος γυρίζει με κοιτάει. Θέλει να πάμε στην αδερφή του. “Με έχετε βομβαρδίσει. Μέχρι στιγμής έχω ξοδέψει χρήματα για ένα εσπρέσο και δύο διαδρομές ταξί. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να βρω την πόλη μου όπως την άφησα. Ανοησίες… Θα έρθουμε.” … “Μαρία, χρειάζομαι το εταιρικό αυτοκίνητο του Χριστόδουλου. Μπορείς να το κανονίσεις;” … “Το κλειδί είναι στο πρώτο συρτάρι. Πάρτο τώρα. Ο Χριστόδουλος το άφησε για σένα!” … “Thanks!”
Φεύγουμε πεζή. Θα πάμε σε ένα ωραίο κατάστημα. Στο ισόγειο είναι παντοπωλείο. Στον ημιώροφο λειτουργεί ως ρεστοράν. Τα φαγητά είναι όλα περίεργα. Κυρίως αλλαντικά και κρέατα. Ο σερβιτόρος φέρνει τους καταλόγους. Τους μελετάμε σιωπηλοί. “Οτι και να πάρεις είναι ωραίο…” μου είπε. “Τι σκέφτεσαι για σήμερα;” του είπα. “Για αρχή μία σαλάτα εποχής και μία ποικιλία αλλαντικών – τυριών. Για κυρίως σκέφτομαι ένα steak. Είναι μεγάλες οι μερίδες όμως” … “Ένα steak θα μου δώσει δυνάμεις. Δεν θέλω όμως να φάω πολύ. Έχουμε και τη Μαρία το βράδυ.” … “Θα το φάμε μισό – μισό; Όπως χθες;” … “Γιατί όχι..” … “Ωραία. Ένα sirloin παρακαλώ και για τους δύο. Κρασί κόκκινο. Φέρτε μας ένα απεριτίφ πριν την ποικιλία. Μετά από λίγο ας ξεκινήσει η ροή” Αυτός ο άνθρωπος είναι το κάτι άλλο. Σίγουρα είναι έμπειρος. Είναι λίγα χρόνια μεγαλύτερος. Δεν μπορώ να μην τον ακολουθώ. Με κάνει ότι θέλει χωρίς να πιέζει.
Το απεριτίφ μόλις έφτασε. Θα τσουγκρίσουμε “Εις υγείαν. Και πάλι καλώς όρισες.” Δεν υπάρχει πουθενά χαμόγελο στη σκηνή. Είμαστε και οι δύο σοβαροί. Ξεκινάμε διάλογο. Προσπαθώ να καταλάβω το επάγγελμά του. Απορώ πώς ένας Αθηναίος είναι τόσο αγαπητός στη Θεσσαλονίκη. Ρωτάω για τη Μαρία. Πώς γνωρίστηκαν και πώς αναπτύχθηκε αυτή η τόσο όμορφη κοινωνική σχέση. Δεν έχω τέτοιους φίλους και θέλω να έχω. Αλλά δυστυχώς δεν μπορώ. Έχουμε περάσει στη σαλάτα. Θα μου σερβίρει σαλάτα στο πιάτο μου. Παρατηρώ πώς τρώει. Πήρε τα εξωτερικά μαχαιροπίρουνα. Χειρίζεται με μαεστρία το μαχαίρι και το πιρούνι. Τσουγκρίζουμε και το κρασί. Χωρίς κουβέντες.
Ακολουθεί το steak. Θα ζητήσει δύο επιπλέον πιάτα για το κρέας. Θα πάρω το δικό του και θα το βάλω στην άκρη. Ξανά από το ίδιο πιάτο. Και σήμερα. Θέλει να κόψει το κρέας σε κομμάτια με το άλλο το μαχαίρι, το κοφτερό. Με το δικό του πιρούνι. Αυτό δεν επιτρέπεται όμως. Πρέπει κανονικά να χρησιμοποιήσει άλλο πιρούνι που δεν έχει αγγίξει κανείς. Τελικά ζητάει το δικό μου πιρούνι όμως. Απίστευτη λεπτομέρεια. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος. Είναι μηχανή. Όπως εγώ. Του δίνω το πιρούνι και ξεκινάει επιτέλους.
Ξεκινάμε να τρώμε και να πίνουμε κρασί. Μέχρι που η συζήτηση σοβαρεύει. Πολύ όμως. “Βιτάλια… Είσαι στο φάσμα. Το ξέρω. Είμαι σίγουρος. Δεν έχω όμως θέμα με αυτό. Ειλικρινά. Δύο πράγματα μου αρέσουν πάνω σου. Αυτό και το σημάδι σου” … “Πώς το κατάλαβες; Λίγοι μπορούν να το αντιληφθούν. Μήπως είσαι κι εσύ;” … “Όσο πατάει η γάτα. Είναι σαν να μην έχω θέμα.” … “Νομίζεις! Έμπλεξαν οι χαλασμένοι…Cheers. Θέλω να ακούσω τα σχέδιά σου για το καλοκαίρι.” … “Θα τα διαμορφώσουμε οι δυο μας” … “ΟΚ”. Το πρώτο φιλί στο στόμα είναι γεγονός. Πρόχειρο φιλί, είμαστε μπροστά σε κόσμο. Είμαι κομμάτια…
Συνεχίζεται…
