Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα (9)
της Βιτάλια Ζίμμερ
Μια αγκαλιά
Ένα ακόμη γεύμα μου προσφέρθηκε. Πάλι δεν πλήρωσα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό. Δεν νιώθω ανεξάρτητη. Τίποτα δεν κυλά όπως νόμιζα. Η θετική μου όμως διάθεση για την επιστροφή στη Θεσσαλονίκη επιβραβεύεται με μία σχέση που ξεκινά. Είμαι ενθουσιασμένη μα και προβληματισμένη. Έχω εκκρεμότητες στην Αμερική. Δεν μπορεί να σταθεί μία σχέση από τόσο μακριά. Θα καταστραφούμε και οι δύο. Δεν ξέρω τι να κάνω. Όμως αυτός ο άνθρωπος με αποδέχεται όπως είμαι. Του αρέσουν οι ατέλειές μου. Έχω ένα χαλασμένο κεφάλι εκ γενετής.
Φεύγουμε και πάμε στο γραφείο του. Μπαίνουμε στον κλειστό χώρο και κλείνει την πόρτα. “Δεν την κλείνω ποτέ. Τώρα όμως θα την κλείσω. Πες μου για χθες, για την παραλία. Τι σκεφτόσουν;” … “Το απέραντο γαλάζιο. Με ηρεμεί. Μου λείπει. Γεννήθηκα στην Ελλάδα και είμαι Εβραϊκής καταγωγής με κράμα Γερμανίας. Ορκίστηκα να φοράω μπλε…” … “Εξαιρετική επιλογή. Θα το έχω υπόψιν μου.” … “Τι εννοείς;” … “Τίποτα!” … “Πάω λίγο στο ξενοδοχείο να ξαπλώσω. Δεν έχω συνέλθει ακόμα. Θα ξαπλώσω. Τι ώρα να είμαι έτοιμη για το βράδυ;” … “Πάμε στη Μαρία να το φιξάρουμε”
Πήγαμε στη Μαρία. “Καλώς τα παιδιά μου! Λοιπόν! Το βράδυ στις 9. Σας περιμένω με το Γιάννη! Θα είναι και οι γονείς μου. Ο μπαμπάς μου λατρεύει τον Κωνσταντίνο. Νομίζω ότι θα λατρέψει και σένα Βιτάλια. Δηλαδή είμαι σίγουρη!” … “Μαρία φεύγουμε. Πήρα το κλειδί του Χριστόδουλου να ξέρεις. Το αυτοκίνητο που είναι;” … “Στο πάρκινγκ στο Λιμάνι. Θες να στο φέρω στο ξενοδοχείο;” … “Οχι εντάξει είμαι. Θα το πάρω το βράδυ”…
Πάμε στο ξενοδοχείο. Παίρνουμε τα κλειδιά. Ο Κωνσταντίνος θα ζητήσει δύο καφέδες εσπρέσο στο δωμάτιο. Το δικό του. Ανεβαίνουμε στο δωμάτιό του. Τι θα συμβεί; Περιμένουμε τους καφέδες. Έρχονται οι καφέδες. Ξεκινάει ο καυγάς, για το τσιγάρο. Θα βγει στο μπαλκόνι να καπνίσει. Εγώ μέσα μόνη μου. Το σβήνει κατευθείαν και ξεκινάει. “Έλα. Ξεκούραση τώρα. Μείνε εδώ.” Ξαπλώσαμε παρέα και έκλεισα τα μάτια μου. Επιτέλους μια αγκαλιά…
Συνεχίζεται…
