Φρέσκα

Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα (12)

της Βιτάλια Ζίμμερ

 

Η Ασλάνα συναντά την κυρία Γεωργία

 

Η παρέα διαλύθηκε. Η Μαρία και ο Γιάννης έφυγαν για καλοκαιρινές διακοπές. Δεν τους ξανασυνάντησα στην Θεσσαλονίκη. Θα συναντηθούμε όμως τα επόμενα χρόνια στην Αθήνα και στις καλοκαιρινές μας διακοπές. Κάτω από άλλες συνθήκες. 

Τα πλάνα αλλάζουν. Η μαμά μου θα πάει Αθήνα από το Μόναχο και θα φέρει μαζί της το πιο αγαπημένο μας πρόσωπο. Τη Σάρα, που γεννήθηκε στα κιμπούτς από τα χέρια της. Η Σάρα είναι έφηβη πια. Αλλά και μικρό κορίτσι. Μένουν στην Αθήνα μόνιμα. Ο μπαμπάς της δεν την αναγνώρισε επίσημα αλλά τους βοηθάει χωρίς να έχει καμία επαφή. Όμως η βοήθεια δεν είναι αρκετή. Πρέπει κάτι να κάνουμε. Έτσι λέει η μαμά μου, έτσι λέω κι εγώ. 

Δύο μέρες πέρασαν και τελικά φτάσαμε στο Σαββατοκύριακο. Ο Κωνσταντίνος έχει επιστρέψει το αυτοκίνητο στον Χριστόδουλο και τελικά ενοικίασε ένα. Θα επισκεφτούμε τη Βεργίνα. Θα φτάσουμε μέχρι τον Πλαταμώνα. Δεν θα διανυκτερεύσουμε αλλά θα απολαύσουμε τη θάλασσα και ένα καλό ψάρι. Η επιστροφή ήταν αρκετά κουραστική. Το αυτοκίνητο ήταν μικρό και το ταξίδι όχι τόσο άνετο. Δεν με πείραξε καθόλου όμως! Βάλαμε μουσική και ταξιδέψαμε αργά αλλά σταθερά. 

Την επόμενη μέρα ήρθε η μαμά με τη Σάρα. Θα μείνουν στης Βάσως το διαμέρισμα. Πήγαμε με το αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο. Τελικά πήραμε και ταξί γιατί οι βαλίτσες δεν χωρούσαν! Η μαμά αντίκρυσε τον Κωνσταντίνο. Ήταν λίγο περίεργη η γνωριμία τους. Ο Κωνσταντίνος άπλωσε το χέρι για χειραψία, την καλωσόρισε στα γερμανικά. Εκείνη όμως τον άρπαξε και τον αγκάλιασε. Για εμένα το έκανε. Μαμά σε ευχαριστώ! Εγώ άρπαξα τη Σάρα και την σήκωσα στον αέρα. Εκείνη ως έφηβη αντέδρασε λίγο ψυχρά. Είναι η κλασική ντροπή των εφήβων για τους μεγάλους. Εγώ τώρα είμαι μεγάλη. Είμαι μέρος του συστήματος. Είναι καλοντυμένη όμως. Φοράει ένα κάπρι παντελόνι και μία πολύχρωμη μπλούζα. Τα μαύρα της μαλλιά είναι πολύ μακριά. Είναι μία κούκλα. Θα γίνει μία όμορφη γυναίκα, σίγουρα.

Φτάσαμε στην πολυκατοικία που μεγάλωσα… Μπαίνω μέσα μετά από χρόνια. Θα μπορούσα να είχα πάει μόνη μου. Περίμενα τη μαμά να πάμε μαζί. Βγάζουμε με προσοχή τις βαλίτσες. Θα βοηθήσει ο Κωνσταντίνος κι εγώ. Η Σάρα και η μαμά θα κουβαλήσουν τα δώρα μας. Το δικό μου δώρο για τη Βασω είναι ένα βραχιόλι από πλατίνα. Το δώρο για την κυρία Γεωργία είναι ένα πολύ όμορφο κολιέ. Θα συναντηθούμε όλοι το βράδυ. Το πρόβλημα είναι ο Κωνσταντίνος. Δεν θέλει να έρθει. Τον παρακαλάω, να γνωρίσει μερικούς καλούς ανθρώπους. Θα ανέβει όμως για έναν καφέ.

Αφήνουμε τις βαλίτσες στην είσοδο της πολυκατοικίας. Κατεβαίνουμε στο ημιυπόγειο. Βλέπω το σπίτι μου. Μένουν άλλοι μέσα. Μία οικογένεια από την Αλβανία. Χτυπάμε δίπλα, στης κυρίας Γεωργίας. Ακούμε το αργό περπάτημα πίσω από την πόρτα. Ανοίγει η πόρτα και ξαφνικά ακούγονται ουρλιαχτά και κλάματα ταυτόχρονα. “Αντριάνα!!!!! Και η Ασλάνα!!! Χριστέ μου!!!! Θα με πεθάνετε πριν την ώρα μου!!!! Θα χαιρετήσει τη Σάρα και τον Κωνσταντίνο ίσα – ίσα να μην θεωρηθεί αγενής. Έχει παλαβώσει. Πάει έρχεται, πάει έρχεται συνέχεια. Θέλει να προσφέρει κάτι αλλά δεν θέλει να φύγει από κοντά μας. Αγκαλιάζει τη μαμά μου συνέχεια. Μετά εμένα. “Κορτσόπον!!!! Ασλάνα μου. Παιδί μου!!!!” Με φιλάει συνέχεια και κλαίει. Έχει παραλύσει. Κλαίει συνέχεια. Η έκπληξη είναι μεγάλη. Δεν έπρεπε να το κάνουμε έτσι. Της πήρα σφυγμό. Ειλικρινά φοβηθήκαμε…. “Μισό λεπτό… έρχομαι!” Μπαίνει στην κάμαρά της και επιστρέφει. Στο χέρι της κρατάει ένα πάκο γράμματα. Από τη μαμά μου! Δεν ήξερα… “Ασλάνα μου! Η Αντριάνα, μου κράτησε συντροφιά ακόμα και από την Αμερική!” Ομολογώ ότι όσο περνούν τα χρόνια τόσο με εκπλήσει η Γερμανίδα μητέρα μου, η Αντρέα. “Ασλάνα μου… πόσο χάρηκα που έγινες γιατρίνα κι εσύ!!! Σαν τη μαμά σου! Οι καλύτερες γιατρίνες στο σπίτι μου!!!”

Καθίσαμε μία ώρα μέχρι να ηρεμήσει. Ανεβαίνουμε στη Βάσω. Ο Κωνσταντίνος έχει χαλαρώσει. Η έφηβη Σάρα αδυνατεί να αποκωδικοποιήσει τα συναισθήματα. Παρατηρεί όμως εμένα. Το βράδυ έχουμε τραπέζι. Η Σάρα έχει καταλάβει ότι έχω ταίρι. Ζηλεύει…. Η Σάρα δεν είναι σαν κι εμένα. Είναι κανονική…

Συνεχίζεται…