Φρέσκα

Θεσσαλονίκη, η πόλη του έρωτα (14)

της Βιτάλια Ζίμμερ

 

Τα μπαούλα των Κοέν και ο δεύτερος αρραβώνας

❀❀❀

 

Δεν έχω μνήμες από τα μάτια μου για το 1943. Τις έχω μόνο από τα αυτιά μου. Από τους Πόντιους που υιοθέτησαν τον πατέρα μου όταν ήταν βρέφος. Οι βιολογικοί γονείς του πατέρα μου, έδωσαν το κλειδί του σπιτιού και το μωρό.  Ήταν έμποροι υφάσματος με οικονομική επιφάνεια και αρκετό χρυσάφι και λίρες. Οι Πόντιοι μπήκαν στο σπίτι λίγες μέρες μετά και βρήκαν μόνο μπαούλα. Αδεια όλα… Τα πήραν και κλείδωσαν το σπίτι. Όταν ξαναπήγαν στο σπίτι μετά από λίγες μέρες οι κλειδαριές είχαν αλλάξει. Μετά από λίγες μέρες το σπίτι είχε άλλους κατοίκους. Μας τα πήραν όλα….

 

Όταν φορτώσαμε τα πάντα για την Αμερική, τα μπαούλα γέμισαν με ότι είχαμε. Κυρίως τα ρούχα μας και κάποια αντικείμενα. Λίγα πράγματα… Θυμάμαι τα μπαούλα των Κοέν απλωμένα στο πεζοδρόμιο να φορτώνονται. Αυτή η στιγμή είναι τραγική για ένα κορίτσι με περίεργο κεφάλι. Δεν τα καταφέραμε στη Θεσσαλονίκη. Πεινάμε. Δεν έχουμε ρούχα. Θα πάμε αλλού να αναζητήσουμε μία καλύτερη ζωή. Είμαστε σαν κυνηγημένοι και αποτυχημένοι. Δεν θέλω να φύγω, αλλά η γνώμη μου δεν μετράει.

Ένα φιλί στα χείλη από τον Κωνσταντίνο με επαναφέρει στο περιβάλλον. Το λόγο παίρνει η κυρία Γεωργία. “Ασλάνα μου… όταν φύγατε για την Αμερική δεν μπόρεσα να βγω έξω να δω τα πράγματά σας στο δρόμο απλωμένα. Σας χαιρέτησα και μπήκα μέσα και έκλαιγα δύο μερόνυχτα. Η μαμά σου με πήρε τηλέφωνο και ησύχασα. Όταν φύγατε βγήκα έξω και βρήκα ένα άδειο μπαούλο. Οι εργάτες δεν το πήραν επειδή ήταν άδειο. Το κράτησα μέχρι να ξαναγυρίσει κάποιος από εσάς. Το μπαούλο ανήκει σε σένα.”

Είμαι συγκλονισμένη. Η κυρία Γεωργία ανοίγει το μπαούλο. Βγάζει από μέσα ένα κεβεντζέ γνωστό και ως γκεβεζές ή κεβεζές. Είναι μουσικό όργανο που μοιάζει με το σάζι, που έπαιζαν οι πόντιοι. Κεβεντζίδου λέγεται η κυρία Γεωργία. Ο πατέρας ήταν οργανοπαίχτης. Είναι οικογενειακό κειμήλιο. Συνεχίζει… Βγάζει από μέσα μετάξι. Υφάσματα από την Πόλη σε διάφορα χρώματα. Κυριαρχεί το μπλε. Είναι γεμάτο μετάξι το μπαούλο. Και μία φωτογραφία. Είναι η κυρία Γεωργία μικρό κορίτσι με τους γονείς της. Τελικά είναι πολύ βαρύ αυτό το μπαούλο των Κοέν. Το πλιάτσικο αποκαταστάθηκε. Έλληνες μας τα άδειασαν, Ελληνίδα μου το γέμισε. Μία γνήσια Ελληνίδα του Πόντου αποκατέστησε όλους του Έλληνες. Η Θεσσαλονίκη με έχει πικράνει μα τώρα με γιατρεύει. Την αγαπώ αυτή την πόλη, τη γενέτειρά μου. Το μπαούλο θα ταξιδέψει μέχρι το Μόναχο, στο σπίτι της μαμάς μου. Έχει πράγματα συναισθηματικής αξίας μέσα. Απ’ έξω έχω μια φωτογραφία μου. Όταν πεθάνω, θα μπει μέσα κι αυτή και θα κλείσει για πάντα. Σε εμένα σταματούν όλα.

Η γιορτή θα συνεχιστεί με το δείπνο. Επιτέλους, ένα τραπέζι στην πολυκατοικία που μεγάλωσα με αφθονία. Εκείνο όμως που παρέμεινε ίδιο, ήταν η χαρά της προσφοράς, της Βάσως και της κυρίας Γεωργίας. Ότι και να σου προσέφεραν, το έκαναν με αγάπη. Από ένα κομμάτι ψωμί έως το πιο ακριβό μετάξι. Η Βάσω ως οικοδέσποινα θα κάνει την πρόποση. Εις υγείαν της Ασλάνας και του Κωνσταντίνου. Τότε η κυρία Γεωργία βγάζει ένα κουτί κιτρινισμένο από το χρόνο. Είναι οι βέρες της. Θα μας τις περάσει στα δάχτυλά μας και θα μας δώσει τρεις ευχές. Μία στο αυτί του καθενός και μία να την ακούσουν όλοι. “Ο Θεός να σας δίνει χρόνια, υγεία και αγάπη και να μην ζήσετε πόλεμο…”

Η Σάρα υπαναχωρεί για την βόλτα στην παραλία. “Θα πάμε αύριο… Δεν θέλω να σου χαλάσω αυτή τη στιγμή…Βιτάλια, ζητώ ταπεινά συγγνώμη…”. Την κράτησα στην αγκαλιά μου… Είναι σαν αδερφή μου. Είναι αδερφή μου.

Συνεχίζεται…