Kώστας Βάρναλης…«Πρωί»
Αναστημένη σπαράζει εκεί η αχτίδα
τη νεκρόφανη βοή ν’ αναστήσει
και φοβισμένα κάμνει να ροδίσει
μια ξαγρυπνισμένη μου ελπίδα.
Βαρύ μες στο[ν] πρασινισμένο δρόμο,
που εγώ μονάχος έχω καθαρίσει,
το δάκρυ το χορτάρι έχει λυγίσει
σαν του Χριστού τον σταυρωμένον ώμο.
Δεν έχει κλείσει μάτι ο νους στο σώμα
σαν φιδιού, που ολοφώσφορο κοιτάει,
μια ιδέα να γοητέψει και να φάει·
κι ενώ θολό σαν την αυγή ’ν’ το χρώμα
και η καρδιά μου έξω πολεμάει,
το πιάνο σου ακούω ν’ αγκομαχάει!
Σονέτα
