Φρέσκα

Αγνώστου πατρός (2005) – 1

της Βιτάλια Ζίμμερ.

Το 2005 ήταν η χειρότερη χρονιά της ζωής μου. Έχει δημιουργηθεί μία υποψία για τη σοβαρή ασθένεια της Αντρέα. Είναι στα πρώτα στάδια Αλτσχάιμερ. Δεν υπάρχει φάρμακο. Μάνα και κόρη είναι γιατροί και δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Είναι σαν να την πυροβολεί κάποιος στο κεφάλι και σφαίρα να κινείται με αργή ταχύτητα. Θα πεθάνει, αλλά όσο πεθαίνει αργά – αργά θα ξεχνάει ποια είναι. Δεν θα με αναγνωρίζει. Θα είμαι μία άγνωστη. Αυτό τη θηρίο που ήταν μάνα και πατέρας για πολλά χρόνια, θα γίνει ζόμπι. Εγκαταλείπω τα πάντα και πάω στο σπίτι της, στο Μόναχο. Το μόνο μέρος που αισθάνομαι πια ως σπίτι μου. Μια ζωή σαν τσιγγάνα. Θεσσαλονίκη, Washington DC, New York, Αθήνα. Και τώρα στο μουντό Μόναχο που αργότερα θα αγαπήσω. Με τον άντρα μου αγαπιόμαστε αλλά δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Και φταίω εγώ. Ούτε με την Αντρέα μπορώ στο ίδιο σπίτι. Όμως τώρα θα πάω μαζί της. Τέρμα η ζωή μου. Θα ασχοληθώ με την Αντρέα. Την αγαπώ πολύ. Προτιμώ να πεθάνω εγώ, παρά εκείνη. Τώρα οι ρόλοι θα αλλάξουν. Εγώ θα είμαι η μάνα της. Ειδικά στο τελευταίο στάδιο. Πρέπει να συνυπάρξω στον ίδιο χώρο με έναν άνθρωπο. 

Προς το παρόν είμαστε στην αρχή. Είναι λειτουργική και δεν χρειάζεται υποστήριξη. Το ξέρει και η ίδια. Έχει κολλήσει χαρτιά σε διάφορα σημεία του σπιτιού με τη φωτογραφία της. “Εχεις Αλτσχάιμερ…” Είναι τρομοκρατημένη. Πρώτη φορά τη φορά τη βλέπω σε δύσκολη θέση, αλλά το πολεμά. Μέχρι που μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μητέρα της Σάρας.

Η Σάρα πήγε στο Ισραήλ και έκανε τη θητεία της. Έχει παντρευτεί με έναν Ολλανδό. Είναι ευτυχισμένη. Θέλουν να κάνουν και παιδιά αμέσως. Όμως κάτι πήγε λάθος. Μία βόλτα σε λάθος σημείο. 

Είναι φορές που το τηλέφωνο κάνει άλλο ήχο. Ήταν ένα βροχερό πρωινό και είχαμε ανάψει το φωτισμό. Ήταν όλα γκρίζα. Το σηκώνει η Αντρέα. Την κοιτάζω. Διαβάζω τις συσπάσεις του προσώπου της. Εσφαξαν τη Σάρα. 

Η Αντρέα μετατρέπεται σε τέρας. Αρχίζει να με βρίζει για την επιλογή μου, να την αφήσω να πάει στο Ισραήλ. Δεν το έχει ξανακάνει ποτέ. Αυστηρή ήταν. Ποτέ δεν έβριζε. Ήταν της εκκλησίας. Αρχίζει να κλαίει. Τέτοιο μοιρολόι δεν έχετε ακούσει. Αυτό το μοιρολόι κάνει τα Κορσικάνικα μοιρολόγια να μοιάζουν με χαρούμενα τραγούδια για παιδικό πάρτυ. Είναι σε κατάσταση υστερίας. Οι φωνές της ακούγονται έξω από το σπίτι. Η υπαίτια είμαι εγώ. Μόνο εγώ. Ήρθε η αστυνομία. Προσπάθησα να τους εξηγήσω. Ο Καρδινάλιος ειδοποιήθηκε. Ήρθε κι αυτός στο σπίτι. Δεν ξέρω τι φταίει. Είναι το σοκ; Είναι το Αλτσχάιμερ; Οχι, είναι το σοκ. Η ασθένεια είναι σε πολύ πρώιμο στάδιο.

Πήρα όσα χρήματα βρήκα, τα έριξα στην τσάντα μου μαζί με το διαβατήριο και το κινητό της τηλέφωνο. Έφυγα με τα ρούχα που φορούσα, χωρίς να της μιλήσω. Έφυγα ντροπιασμένη. Χωρίς βαλίτσα. Έγραψα σε ένα χαρτάκι αυτά που θα έλεγα στο αεροδρόμιο. “Θέλω να πάω στο Τελ Αβίβ, όσο πιο γρήγορα γίνεται”. Δεν ήθελα να μιλήσω. Πάντα όταν βγαίνω έξω και δεν θέλω μιλήσω, γράφω χαρτάκια και τα δίνω στους πωλητές και τις πωλήτριες.

Φτάνω στο αεροδρόμιο. Δίνω το χαρτάκι. Βρήκα πτήση με μικρή αναμονή. Στο αεροπλάνο δεν μίλησα καθόλου. Δεν έφαγα. Πάω να παραλάβω το πτώμα της Σάρας. Το αεροπλάνο ταξιδεύει αργά. Πιο αργά κι από πλοίο. Σίγουρα θα πεθάνει μέχρι να φτάσω…