Πάρτε ένα καλαμπόκι κυρία μου
της Βιτάλια Ζίμμερ
Τίποτα δεν έχει αλλάξει μετά από τόσα χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν και οι τέσσερις εποχές εξακολουθούν να αλλάζουν. Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη, Καλοκαίρι. Η αρχή της χρονιάς είναι το Φθινόπωρο για μένα. Τότε επιστρέφουμε όλοι στους κανονικούς ρυθμούς. Όλοι; Όχι όλοι. Κάποιοι άλλοι θα βγουν στους δρόμους για να εξασφαλίσουν εισόδημα για τις οικογένειές τους. Τίμιοι άνθρωποι που θα εργαστούν όσο εμείς περπατάμε ανέμελοι στις διακοπές μας. Το χειμώνα θα ψήσουν κάστανα και το καλοκαίρι καλαμπόκι. Μία τροφή που ήρθε από την Αμερική και κατέκτησε όλο τον πλανήτη, όπως η πατάτα. Μία τροφή που προορίζεται για όλα τα ζώα. Από οικόσιτα μέχρι ανθρώπους σε ακριβά εστιατόρια.
Θυμάμαι στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Μικρό κορίτσι ήμουν και μύριζα το ψημένο καλαμπόκι από μακρυά. Κάρβουνο και καλαμπόκι δημιουργούσαν μία μικτή οσμή αλλά μπορούσα να τα ξεχωρίσω. “Μπαμπά… θέλω καλαμπόκι”. Το καλαμπόκι δεν είναι φτηνό. Αλλά αν δεν έχεις χρήματα για να κάτσεις σε κάποιο άλλο κατάστημα, είναι φτηνότερο. Το αγοράζεις λαχταριστό και καυτό και κάθεσαι με την οικογένειά σου σε ένα παγκάκι. Είναι να σαν παίζεις φυσαρμόνικα. Κάθε δάγκωμα, είναι μία απόλαυση. Τα χείλη σου θερμαίνονται, έρχονται σε επαφή με το αλάτι και ακούς το χαρακτηριστικό ήχο που κάνουν τα δόντια σου που κόβουν τη σάρκα του στη βάση του. Ξεκινάς να μασάς. Αν είναι τη σωστή στιγμή κομμένο και καλά ψημένο, νιώθεις το νερό που περιέχει, να πλημμυρίζει τους υποδοχείς της γλώσσας σου. Πριν καταπιείς δαγκώνεις ξανά. Δεν μπορείς να σταματήσεις και συνεχίζεις γιατί αν κρυώσει, δεν είναι τόσο γευστικό. Στην αρχή είναι καυτό. Δεν μπορείς να περιμένεις. Δαγκώνεις διστακτικά. Όσο περνούν τα δευτερόλεπτα γίνεται καλύτερο. Νιώθεις τα χείλη σου να μεγαλώνουν. Μικρά κομμάτια έχουν σφηνώσει ανάμεσα στα δόντια. Χαμογελάς και άλλοι σε κοροϊδεύουν. Το ίδιο συμβαίνει στο μπαμπά και τη μαμά. Γελάμε, μα διψάμε. Το ζεστό θέλει κρύο και το αλάτι κάνει τη δίψα πιο έντονη.
Έλειψα χρόνια απ’ την Ελλάδα και όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη, βρέθηκα για ένα Σαββατοκύριακο στην Χαλκιδική. Το βραδάκι κάναμε τη βολτούλα μας πεζή με το ταίρι μου. Αγκαζέ όπως συνήθως. Το είδα. Το θέλω. Περπατάω και κοιτάω την εστία και τον μικροπωλητή σαν υπνωτισμένη. Ο έμπειρος μικροπωλητής με είδε και σηκώνεται όρθιος. Αρπάζει ένα καλαμπόκι από τη φωτιά, το βρέχει λίγο και του ρίχνει αλάτι. Είναι χορογραφία. Το καλαμπόκι θέλει ράντισμα με νερό. Κρυώνει λίγο και το αλάτι κολλάει επάνω του. Είναι επιστήμη. Πιάνει τα πράσινα φύλλα του καλαμποκιού και το τυλίγει. Τίποτα δεν πάει χαμένο. Όλα είναι χρήσιμα.
– Πάρτε κυρία μου ένα καλαμπόκι. Για εσάς δωρεάν!
– Θέλουμε δύο! Και έναν για τον κύριο!
– Ο κύριος θα πληρώσει. Η κυρία δωρεάν!
– Εντάξει. Ο κύριος θα πληρώσει. Δώσε μας άλλο ένα!
– Ο κύριος θα πληρώσει τα διπλά όμως.
– Τότε άλλο ένα. Το τρίτο δωρεάν. Αλλιώς φεύγω και πάω στον άλλον.
– Κύριε, η κυρία κάνει σκληρό παζάρι.
– Ανατολίτικο παζάρι αγαπητέ μου!
Καθίσαμε σε ένα παγκάκι και το απολαύσαμε. Το τρίτο το μοιραστήκαμε. Και στο τέλος ένα παθιάρικο φιλί με λερωμένα δόντια. Επιτέλους γελάω πάλι…

Αχ ,καημενη Βιτάλια ,διαβασα ολο το άρθρο γιατι νομίσα έκανες τον εργάτη επαίτη. «Πάρτε ένα καλαμπόκι κυρία μου » . Η πραγματικότητα ήταν ακόμη χειροτερη ,μυριζα στον αέρα το αποπνικτικό αρωμα τής κυρίας . Εβλεπα το καλωσιδερωμενο φουστάνι της ,χαμογελαγε καθως επαιρνέ το καλαμποκι και ειχα την αίσθηση οτι ειχε και ενα χρυσό δόντι, καθως με την άκρη του ματιού μου ,συλλαβα μια λάμψη .. Πολυ τσιγκουνα η κυρία με ακαταμάχητη γοητεία… δεν μαρεσε καθολου.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!