Φρέσκα

Ο Αργαλειός της γιαγιάς

της Βιτάλια Ζίμμερ

 

Δεν ήταν βιολογική γιαγιά μου. Οι γονείς του πατέρα μου ήταν θετοί. Δεν έχει καμία σημασία αυτό για εμένα. Εγώ είχα παππού και γιαγιά στην Ελλάδα. Δύο Πόντιους εξαιρετικούς ανθρώπους που δεν πείραξαν ούτε ενόχλησαν τους συνανθρώπους τους. Το πρώτο τους σπίτι ήταν στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Ήταν μία από τις περιοχές που εγκατασταθήκαν οι πρόσφυγες Πόντιοι. Αργότερα, όταν όλα τα παιδιά του έφυγαν για το εξωτερικό, πήγαν σε ένα χωριό του Κιλκίς.

 

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, ο παππούς και η γιαγιά δεν ήταν στη ζωή. Βρήκα όμως τα παιδιά τους να έχουν πάρει σύνταξη και να έχουν επιστρέψει από τη Γερμανία. Τους επισκέφθηκα φυσικά. Είναι θείοι μου, θετοί. Στο σπίτι είδα έναν αργαλειό. Ήταν μία κατασκευή του παππού μου, που ήταν ξυλουργός. Φτιαγμένος με ξύλα που περίσσευαν από άλλες κατασκευές. “Πώς λειτουργεί;” Έχω περιέργεια μεγάλη. Δεν είχα δει ποτέ τη γιαγιά στη Θεσσαλονίκη με τον αργαλειό. Μάλλον τον έφτιαξαν αργότερα. Δεν ξέρω. Η θεία μου, πιστή στην παράδοση, είδε τα υγρά μάτια μου. Με καταλαβαίνει. Με συγχωρεί για τις μακροχρόνιες απουσίες. Θέλει να είμαι μαζί της και θα βρει την ευκαιρία να μείνουμε ώρες μαζί.

 

Και ξεκινάει….

Λοιπόν, κόρη μου … αυτός είναι ένας αργαλειός. Θα βάλουμε τα πρώτα νήματα που θα είναι η βάση του υφάσματος που θα φτιάξουμε. Συνήθως βάζουμε λευκό ή μπεζ.

 

Και ξεκινάει η επίπονη διαδικασία να περάσουμε τις κλωστές στο χτένι. Με επιδέξιες κινήσεις περνούσε τη λάμα με την εγκοπή για να πιάσει την κλωστή. Ξανά και ξανά μέχρι ο αργαλειός να αποκτήσει σε όλο το πλάτος του νήμα. Μετά κόψαμε τις άκρες και τις δέσαμε κόμπο ανά δέκα. Γυρίζαμε τους άξονες βάζοντας χαρτί για να “τεζάρει” το νήμα. Αλλιώς το ύφασμα δεν θα είναι γερό. Μας πήρε ώρες να το κάνουμε. Δεν υπάρχει κούραση όμως. Προσπαθώ να καταλάβω πώς λειτουργεί.

 

Δες τώρα τη σαΐτα. Είναι ειδικό ξύλο χωρίς ακμές και καμένο για να γλιστράει στο νήμα. Το νήμα της σαΐτας είναι στο μασούρι της. Μόλις τελειώσει θα φτιάξουμε άλλο με την ανέμη. Χρειαζόμαστε αρκετό από αυτό το νήμα. Τη χρησιμοποιούμε σε καρέ σχέδια. Αν θέλουμε σχέδιο με ζώα ή φυτά τότε αλλάζει το πράγμα. Εκεί θέλει βελόνα και γυαλιά πρεσβυωπίας. Ξεκινάμε! Κάτσε δίπλα μου!

 

Έκατσα δίπλα της. Περνάει τη σαΐτα. Μία πλέξη μόλις έγινε. Τραβάει με δύναμη να πιέσει την πλέξη. Πατάει ένα ποδόπληκτρο. Το χτένι φέρνει τις μισές κλωστές από πάνω, τώρα κάτω. Ξαναπερνάει τη σαΐτα. Άλλη μία πλέξη. Τραβάει πάλι το χτένι. Η πλέξη γίνεται σχεδόν αόρατη. Η ύφανση δεν είναι τέλεια αλλά μου αρέσει. Συνεχίζει όλο και πιο γρήγορα. Χέρια πόδια λειτουργούν σε απόλυτη αρμονία.

 

Τώρα θα κάνουμε ένα σχέδιο με δεντράκια. Πάρε το καφέ νήμα να φτιάξουμε τον κορμό. Να! Δες το σχέδιο. Παίρνει τη βελόνα και αρχίζει και αποτυπώνει το σχέδιο. Όταν θέλεις να φανεί το καφέ, η κλωστή είναι από πάνω. Όταν θέλεις να μείνει το φόντο, η κλωστή πάει κάτω. Γι αυτό όταν τα γυρνάς ανάποδα τα υφάσματα, βλέπεις κάτι σαν τον αρνητικό.

 

Τραβάει πάλι το χτένι, πιέζει το ποδόπληκτρο. Ξανά η βελόνα. Τελειώσαμε τον κορμό. Τώρα θέλουμε δύο χρώματα. Είναι και τα φύλλα. Δύο χρώματα στην ίδια πλέξη. Είναι κάτι σαν τα pixels της οθόνης. Κάθε pixel έχει τις συντεταγμένες του και το χρώμα του. Η γιαγιά ήξερε από pixels πριν από όλους μας. Μπορούσε να κατανοήσει την έννοια της διευθυνσιοδότησης δεδομένων. Η πλέξη λειτουργεί όπως η τηλεόραση high definition. Κάθε μέρος της εικόνας αποτελείται από γραμμές pixel. Κάθε πλέξη είναι μία γραμμή της εικόνας. Κάθε φορά που η βελόνα περνάει από πάνω, ανάβει ένα pixel.

 

Μετά από οκτώ ώρες περίπου, τελειώσαμε ένα τραπεζομάντιλο. Ήθελα να φύγω αλλά τελικά παρέμεινα. Θέλω να το κάνω κι εγώ.

 

– Κόρη μου, μείνε μαζί μας σε παρακαλώ λίγες μέρες. Πότε θα σε ξαναδούμε;

– Σε δύο ώρες είμαι πάλι εδώ. Πάω να φέρω λίγα ρούχα.

 

Επέστρεψα το ίδιο βράδυ. Επιτέλους αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα επισκέπτη, μουσαφίρη όπως λένε. Πήγαμε στην πλατεία και φάγαμε. Μέχρι που άκουσα το καλύτερο.

 

“Η γιαγιά σου, έβγαζε σχέδια από το μυαλό της. Χωρίς τα χαρτιά με τα σχέδια και τα μικρά τετραγωνάκια! Έχει φτιάξει τραπεζομάντιλα με αγγέλους. Έχει φτιάξει και υπέροχους τσεβρέδες. Είναι πολύ σικάτοι. Να δεις κουρτίνες με το βελονάκι! Δεν τα θέλει κανείς. Θα σε πείραζε να στα δώσω;”

 

Κατάλαβα ότι μία γυναίκα πρόσφυγας χωρίς σπουδές, ήταν επιστήμονας. Δημιουργούσε στο μυαλό της σχέδια και τα χώριζε σε pixels. Ένα τραπεζομάντιλο έχει χιλιάδες pixels. Έχει πεθάνει και ακόμα μου δείχνει το σωστό δρόμο. Η ζωή στάθηκε άδικη για τους Εβραίους παππούδες αλλά με αποζημίωσε με τον καλύτερο τρόπο. Η ζωή ήταν γενναιόδωρη σε εμένα.

 

Οι μπεζ σικάτοι τσεβρέδες της γιαγιάς μου, κοσμούν την μοναστηριακή τραπεζαρία μου, ακόμα και σήμερα.