Κυριακή…και το ταψί στο φούρνο της γειτονιάς
της Βιτάλια Ζίμμερ
Κατασκευάστηκε πολύ πριν γεννηθώ. Ο κύριος Κώστας είναι ένας άνθρωπος εργατικός σαν μυρμήγκι. Κάθε πρωί σηκώνεται στις 3:00 το αργότερο μαζί με τη γυναίκα του. Θα ετοιμάσουν αρκετά ήδη άρτου. Θα τα ζυμώσουν, θα τα ψήσουν και θα τα βάλουν στις προθήκες πίσω από τον πάγκο. Κατά τις 8 το πρωί θα φύγει για τις εξωτερικές εργασίες. Τα φορτηγά φέρνουν από γάλατα μέχρι τσίχλες και καραμέλες. Ο φούρνος αμείβει καλά αλλά είναι σκλαβιά. Έτσι έλεγε πάντα ο κύριος Κώστας.
Την Κυριακή, ο φούρνος λειτουργεί για ψήσιμο φαγητού. Θυμάμαι τη μαμά μου, όπως και πολλές άλλες νοικοκυρές, να πηγαίνουν το πιο μεγάλο ταψί στο φούρνο. Κοτόπουλο με πατάτες, αρνί με πατάτες, γιουβέτσι, πατάτες με μπιφτέκια. Όποιος είχε κάποια γιορτή ή μεγάλη οικογένεια, έπρεπε να χρησιμοποιήσει το πιο μεγάλο ταψί που δεν χώραγε στο φούρνο του σπιτιού του. Ο φούρναρης ήταν διαρκώς μπροστά από το φούρνο. Πίεζε το μοχλό να σηκωθεί η μεταλλική θύρα. Με ένα τεράστιο ξύλινο φτυάρι έφερνε το ταψί εκτός του φούρνου. Το τοποθετούσε κάτω από μία βρύση και πρόσθετε νερό. Ο φούρναρης μαγείρευε για εμάς. Δεν έκανε ποτέ λάθος.
Η στιγμή της παραλαβής ήταν περίπου το μεσημέρι. Το ταψί έκαιγε στην κυριολεξία. Έπιανε εφημερίδες και τις δίπλωνε έτσι ώστε να είναι πολλές μαζί. Αλλιώς δεν μπορούσες να πιάσεις το ταψί. Και πάλι όμως έκαιγε. Με γοργά βήματα πάμε προς το σπίτι. Βοηθάω τη μαμά με τις πόρτες. Το λαχταριστό φαγητό είναι επάνω στην ξύλινη βάση. Αχνίζει, μυρίζει όμορφα και έχει την τέλεια όψη. Σήμερα έχουμε γιορτή. Θέλω μία πατάτα. Καίει όμως πολύ…
Σήμερα θα φάμε όλοι μαζί. Ο παππούς, η γιαγιά, τα αδέρφια του πατέρα μου, τα ξαδέρφια μου, ο μπαμπάς μου, η μαμά κι εγώ… Δεν έχουμε γιορτή.
Είναι Κυριακή και θα φάμε όλοι μαζί… τόσο απλό.
