Η πράσινη Κυρία
της Βιτάλια Ζίμμερ
Θυμάμαι πριν ξεκινήσει το σχολείο, πήγαμε στο σπίτι τους και ενώσαμε ότι πλαστικά γράμματα της αλφαβήτας είχαμε. Τα είχαμε βρει από δω κι από κει. Τελικά είχαμε συμπληρώσει τα γράμματα για δύο αλφάβητα. Το σπίτι είναι σαν το δικό μου. Λίγα πράγματα, τα άκρως απαραίτητα. Το μπάνιο ήταν με τσιμέντο στο πάτωμα. Φωτιστικά δεν υπήρχαν, μόνο λάμπες. Έτσι όπως και στο δικό μου.
Ο μπαμπάς του Γιωργάκη ήταν οδηγός. Είχε μία μοτοσυκλέτα. Αυτή η πράσινη μοτοσυκλέτα, ήταν καθαρή, γυαλισμένη και περιποιημένη. Στο πάνω μέρος στο εμπρός τζάμι είχε γράψει τα ονόματα των παιδιών του. Όλα τα φώτα της λειτουργούσαν. Ξεκινούσε κάθε πρωί, ξυρισμένος, παντελόνι υφασμάτινο με τσάκιση στην εντέλεια και πουκάμισο, επίσης καλοσιδερωμένο.
Ήταν από τους τελευταίους που είχε τέτοιο όχημα. Κάθε πρωί πήγαινε σε δύο τρία καταστήματα ηλεκτρικών συσκευών και περίμενε στην ουρά για ένα δρομολόγιο. Μία κουζίνα, ένα ψυγείο, ένα πλυντήριο ρούχων και διανομή. Ξανά μετά στην ουρά. Άλλες φορές φόρτωνε ξύλα για τους οικοδόμους. Μια φορά φόρτωσαν πολύ τη μηχανή και σηκώθηκε η μπροστινή ρόδα στον αέρα.
Γυρνούσε το βράδυ κατάκοπος. Μα όσο πέρναγε ο καιρός, η δουλειά λιγόστευε. Τα παιδιά μεγάλωναν και είχαν πιο πολλές απαιτήσεις. Έπρεπε να είχε πετάξει τη μοτοσυκλέτα και να πάρει φορτηγό. Μέχρι το 1987 που φύγαμε, τα κατάφερε. Πήρε το φορτηγό και η οικογένεια ανάσανε οικονομικά.
Μα τη μοτοσυκλέτα δεν πέταξε. Την κράτησε για πάντα σε μία αυλή. Όταν τους χαιρετήσαμε το ‘87 είδα τη μοτοσυκλέτα. Ήταν σκεπασμένη πρόχειρα μα τα σημάδια του χρόνου δεν κρύβονται. Ο χρόνος είναι αδυσώπητος.
Της έριξα με στερνή ματιά και ο αφέντης της το είδε. “Έλα μέσα” … Την ξεσκέπασε και μπήκαμε μέσα. “Εκεί που θα πας έχουν τεράστια αυτοκίνητα. Τέτοια κυρία δεν θα ξαναδείς. Εγώ έχω δύο κυρίες. Θέλω να τις θυμάσαι. Η μία έθρεψε την οικογένειά μου και η άλλη τη μεγάλωσε.”
Τους αναζήτησα πολλά χρόνια μετά. Είχαν φύγει από τη Θεσσαλονίκη. Τα παιδιά ήταν στην Αθήνα και έφυγαν και οι γονείς. Βρήκα ένα τηλέφωνο με πολύ κόπο και τελικά τους συνάντησα.
“Που είναι η κυρία;” τον ρώτησα.
“Την πρώτη τη χάσαμε από καρκίνο. Την άλλη την πέταξα όταν πήρα σύνταξη.”
Και έβαλε τα κλάματα.
