Ο τρύγος
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Ο πατέρας μου έμεινε ορφανός λίγο μετά τη γέννησή του. Οι γονείς του, Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, οδηγήθηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1943. Μεγάλωσε με θετούς γονείς Πόντιους και έτσι απέκτησε δύο μεγαλύτερα αδέρφια. Η μεγάλη ατυχία, οδηγεί στη μεγάλη τύχη. Πρέπει όλα να έρθουν σε ισορροπία. Δεν έχω συγγενείς εξ αίματος, πια. Εξακολουθώ να έχω όμως μία θεία, στο Κιλκίς. Είναι σύζυγος ενός από τα αδέλφια του πατέρα μου. Είναι ο πιο φιλόξενος άνθρωπος και όταν δεν είμαι καλά, την επισκέπτομαι. Εκεί κρύβομαι. Έχουμε αναπτύξει μία σχέση κόρης – μητέρας μετά από τόσα χρόνια.
Θυμάμαι μία χρονιά, πήγα τον Σεπτέμβριο. Η θεία ήταν απασχολημένη. Ασχολείται με το αμπέλι της. “Κόρη μου, ήρθε η ώρα να μάθεις να πίνεις κρασί…” Έτσι με αποκαλεί, κόρη της. Τι σχέση έχει ο τρύγος με την αίσθηση της γεύσης; Ήρθε η ώρα να το μάθουμε. Η ποικιλία είναι Ξινόμαυρο, που παράγει ερυθρό οίνο. Οι καιρικές συνθήκες ήταν ιδανικές. Δεν έβρεξε και τα σταφύλια έχουν το απαραίτητο χνούδι σκόνης επάνω τους. Αν βρέξει και πλυθούν, τότε το κρασί δεν θα βγει καλό. Έτσι λέει η θεία μου.
Ξεκινήσαμε πρωί – πρωί, με τον γείτονα. Ένα μικρό φορτηγό, γεμάτο τελάρα. Παλιά είχαν καλάθια φτιαγμένα από πλεγμένα καλάμια. Τα κοφίνια, τα έφτιαχναν μάστορες, οι κοφινάδες. Τώρα έχουν αντικατασταθεί με τα τελάρα. Πριν αρχίσουμε να κόβουμε, δοκίμασε το σταφύλι. “Νομίζω είμαστε εντάξει. Θα κόψουμε με τάξη. Κάνε ότι κάνω…” Ένα άδειο τελάρο δίπλα στο κλίμα. Κόβουμε το τσαμπί και το εναποθέτουμε προσεκτικά, σαν μωρό, στο τελάρο. Προσέχουμε να μην εξέχουν τα σταφύλια από το τελάρο. Πάνω σε αυτό, θα τοποθετηθεί άλλο τελάρο. Τα σταφύλια πρέπει να φτάσουν άθικτα. Η διαδικασία κράτησε λίγες ώρες. Τηλέφωνο στον καλό μας γείτονα να έρθει να τα μεταφέρουμε. Με πολύ κόπο τα φορτώσαμε και τα δέσαμε με ιμάντες. Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι.
Η διαδρομή μέχρι το σπίτι είναι μικρή. Τώρα όμως πάμε πιο αργά. Μεταφέρουμε τα σταφύλια και δεν θέλουμε στο παρά πέντε να χαθούν όλα. Τελικά, θα φτάσουμε στο σπίτι της και ξανά από την αρχή. Ξεφόρτωμα με τον ιδρώτα να τρέχει ασταμάτητα. Βλέπεις ο ήλιος ακόμα καίει. Φτιάχνω τρεις Ελληνικούς καφέδες, γιατί έτσι πρέπει. Πρέπει να τον κεράσουμε τον άνθρωπο που μας βοήθησε και βοηθάει κάθε χρόνο τη θεία μου. Χρήματα δεν θέλει. Εξυπηρετούν ο ένας τον άλλον συνέχεια. Δεν υπάρχει τεφτέρι και ισοζύγιο. Απλά η ζωή κυλάει με όρους αρμονικής συνύπαρξης.
Η τελευταία βοήθεια του καλού μας γείτονα, ήταν στη μεταφορά της μηχανής. Δεν θα πατήσουμε τα σταφύλια με τα πόδια μας, όπως έκαναν παλιά. Τώρα υπάρχει το ηλεκτρικό πατητήρι. Διαχωρίζει το χυμό από τα υπόλοιπα εύκολα και με μεγάλη επιτυχία. Βάζουμε τα σταφύλια στον υποδοχέα και ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, ο χυμός ρέει. Ένα χαμόγελο ευτυχίας λαμπερό όσο κανένα αστέρι, από τη θεία μου. Ο κόπος μιας χρονιάς, γίνεται ο πολύτιμος χυμός που θα τη συντροφεύει και θα της δώσει ένα ακόμα μικρό εισόδημα.
“Κόρη μου, δεν τελειώσαμε. Έχουμε δρόμο ακόμα. Το κρασί για να γίνει θέλει χρόνο. Κάθε μέρα το αφουγκράζομαι. Θέλει σκοτάδι, θέλει καλή θερμοκρασία. Είναι μία μακροχρόνια χημική αντίδραση. Δεν θα πιούμε από αυτό. Θα πιούμε από άλλη χρονιά. Έτσι είναι, φροντίζεις τώρα για το μέλλον. Το κρασί είναι κατάθεση ψυχής και κόπου. Την ανάληψη, θα την κάνεις πολύ αργότερα.”
“Θεία μου, θα μαγειρέψω εγώ. Είναι μία γιορτή η σημερινή μέρα για σένα.”
Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα στο χασάπη. Ευτυχώς βρήκα αρνί. Τον ταλαιπώρησα τον άνθρωπο. Μπήκα μέσα στο ψυγείο για να διαλέξω. Το αρνί είναι το επίσημο κρέας των Ελλήνων και των Εβραίων. Τι καλύτερο! Θα φτιάξω ψητό αρνί, με γαρνιτούρα αρακά και χούμους. Η γλυκόξινη σος, θα είναι από το σταφύλι της ημέρας! Η θεία μου θα φτιάξει τη σαλάτα. Το βράδυ έχουμε τραπέζι!
Με πολύ όρεξη για εργασία και με σύμμαχο τον καλό καιρό, στρώσαμε το τραπέζι της βεράντας της. Τα φαγητά είναι σχεδόν έτοιμα. Περιμένουμε το γείτονα με τη σύζυγό του. Ένα νέο έθιμο ξεκινά. Η γιορτή του τρύγου μας!
Φορέσαμε τα καλά μας. Δύο μακριά φορέματα φλοράλ σε αποχρώσεις του μπλε. Ήταν όλα υπέροχα. Κάθισα δίπλα στη θεία μου. Τσουγκρίσαμε τα κρυστάλλινα ποτήρια που ήταν γεμισμένα με το Ξινόμαυρο της θείας. Τα σχόλια για το φαγητό ήταν έπαινοι. Η δροσιά του Σεπτεμβρίου είναι αισθητή, ειδικά το βράδυ. Η ζακέτα είναι απαραίτητη. Η ζεστασιά της θείας είναι ανεξάντλητη. Καθόμαστε δίπλα δίπλα πιασμένες αγκαζέ. Η μία ζεσταίνει την άλλη. Αισθάνομαι όπως κι εκείνη.
Αισθάνομαι τυχερή, όσο κανείς άλλος. Η κούραση πέρασε σε δεύτερη μοίρα… Τη νίκησε το συναίσθημα μία ακόμα φορά.
Θεία μου, σ’ αγαπώ πολύ!
