Θεσσαλονίκη, Εγνατία οδός, 1983.
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Λεκάνες, λεκανάκια, κουβάδες, σκούπες, σφουγγαρίστρες, κλειδιά, λάστιχα, σωλήνες, καρφιά, βίδες, εργαλεία και ότι μπορεί να φανταστεί ο νους σας.
Θεσσαλονίκη, αρχές δεκαετίας του 80, Εγνατία οδός. Εκεί είναι ένα μικρό κατάστημα που το έχουν δύο Εβραίοι, αδέλφια. Μοιάζουν σαν δίδυμοι αλλά έχουν μία μικρή διαφορά ηλικίας. Εγώ τους μπερδεύω. Εκεί ψωνίζουμε για ότι χρειαστούμε για το φτωχό μας το σπίτι. Το ξέρω καλά αυτό το κατάστημα. Είναι πάντα γεμάτο κόσμο και οι ιδιοκτήτες δεν κάθονται ποτέ. Εξυπηρετούν και οι δύο χωρίς δισταγμό και με καλοσύνη. Δεν έχω γνωρίσει πιο καλοσυνάτους καταστηματάρχες.
Πριν ακόμα φτάσουμε, το κατάστημα φωνάζει. Διάφορα είδη είναι απλωμένα στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν ένα από κάθε είδος, κράζει για την πελατεία. Δεν χρειάζεται επιγραφή αυτό το κατάστημα. Σου δίνει την εντύπωση ότι μπορείς να αγοράσεις τα πάντα. Η βιτρίνα είναι ανύπαρκτη. Σκέτο τζάμι που επιδρά ακόμα καλύτερα. Βλέπεις ότι έχει πολύ κόσμο μέσα.
Μπαίνοντας μέσα οι αισθήσεις λειτουργούν στο μέγιστο. Δυνατό φως, πολύχρωμες λεκάνες, σκάφες, κουβάδες, με τάξη το ένα προϊόν μέσα στο άλλο, σου θυμίζουν τα ξύλινα μολύβια της ζωγραφικής. Όλα είναι ωραία, γυαλίζουν δεν έχουν φθορές και γδαρσίματα. Είναι όλα καινούργια! Λίγο πιο πέρα σακιά με διάφορα υλικά. Από κάρβουνα μέχρι υλικά για κτίσματα.
Η μυρωδιά του φρέσκου αναλλοίωτου πλαστικού είναι έντονη. Μυρίζει καινούργιο. Το κατάστημα είναι καθαρό, τα προϊόντα δεν έχουν σκόνη επάνω τους και οι ιδιοκτήτες προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το χώρο με ισορροπία ανάμεσα στα καλούδια και στους πελάτες.
Η ουρά είναι μεγάλη. Θα πρέπει να περιμένουμε. Αν βιάζεσαι πας σε άλλο κατάστημα, που δεν έχει πολύ πελατεία αλλά θα πληρώσεις ακριβότερα. Ίσως και να μην βρεις αυτό που θες. Ένας κύριος θέλει αντίγραφο για το κλειδί. Σε 3 λεπτά, είναι έτοιμο! Ορίστε το κλειδί σας. Μία κυρία, θέλει ένα πλαστικό τραπεζομάντιλο. Τη δειγματίζει στα τεράστια ρολά που βρίσκονται στο σταντ οριζόντια. Πόσα μέτρα θέλετε; Δυόμιση. Με γρήγορες κινήσεις τραβάει την άκρη, μετράει και κόβει λίγο παραπάνω. Πάντα είναι λίγο παραπάνω. Έτσι κι αλλιώς η τιμή είναι με το βάρος και όχι με το μέτρο. Εσείς κύριε; Χαρτί υγείας. Κι αυτό με το βάρος. Ορίστε.
Ήρθε και η σειρά μας!
Στοπ! Έχω μία καραμέλα για την Ασλάνα μας. Είναι αυτές οι γλυκές που κολλάνε στα δόντια με την κόκκινη αγελαδίτσα. Ορίστε, πάρε κι άλλες! Με παίρνει αγκαλιά. Είμαστε μακρινοί συγγενείς. Τι θέλεις Αντριάνα μου; Θέλω αυτό που βάζουμε στη βρύση. Έχει χαλάσει και το νερό πάει παντού. Αααα ένα ακροφύσιο με φίλτρο. Περίμενε έχω δυο τρία, να σου δώσω το καλό. Να, αυτό θες. Θα το βάλει ο Ηλίας, είναι εύκολο. Είναι ελαστικό και μπορείς να το κινείς ελεύθερα. Άλλο! Θέλω λίγο πιπέρι να τρίψεις. Το κατάστημα είχε και πιπέρι! Πόσα γραμμάρια; Έ, βάλε εκατό, εκατόν είκοσι. Πατάει το διακόπτη της μηχανής και ένα εξαιρετικό άρωμα πλημμύρισε το χώρο! Όλη η μυρωδιά των πλαστικών εξαφανίστηκε. Βλέπω τις αντιδράσεις των πελατών. Ξαφνιάζονται ευχάριστα! Κι εγώ μαζί. Μου αρέσει η μυρωδιά αλλά όταν το τρώω με καίει. Άλλο! Δεν θέλω τίποτα άλλο. Τι οφείλω; Να σου πω. Έχω μια παλιά βρύση να την αλλάξετε. Ζεστό κρύο. Δεν θέλω χρήματα, είναι παλιό κομμάτι και δεν την θέλει κανείς. Μου πληρώνεις μόνο το πιπέρι και φεύγεις. Εντάξει. Πήγε στην αποθήκη και μετά από διάφορους θορύβους βγήκε έξω με μία σκούρα μπλε σακούλα. Μέσα ήταν η βρύση. Την είχε τυλίξει πολύ καλά και είχε βάλει και ταινία. Μετά την έβαλε σε μία άλλη σακούλα μαζί με το χάρτινο σακουλάκι από το πιπέρι. Θα τη βάλει ο Ηλίας. Ξέρει! Πληρώσαμε το πιπέρι και φύγαμε. Άλλες δύο καραμελίτσες δώρο για το δρόμο.
Το απόγευμα ήρθε ο μπαμπάς, ο Ηλίας. Ανοίγει τη σακούλα προσεκτικά.
Ήταν μία ολοκαίνουργια γυαλιστερή βρύση, ζεστό κρύο. Μας ξεγέλασε όλους ο Εβραίος και χωρίς να καταλάβουν οι υπόλοιποι πελάτες. Μας τη χάρισε καινούργια βρύση… Επιτέλους, θα έχουμε ζεστό νερό και στην κουζίνα μας!