Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο…Η μήπως όχι;
της Βιτάλια Ζίμμερ
Ο αρχικός τίτλος έπρεπε να είναι άλλος. “Ο αληταράς” ή “Το κωλόπαιδο”. Υπάρχει κάποιος άνθρωπος που δεν έζησε στο σχολείο παρόμοια κατάσταση; Όλοι θυμόμαστε την ιεραρχία στην αληταρία. Ο αληταράς της τάξης, ο αληταράς του σχολείου. Ο αληταράς της πρώτης δημοτικού περίμενε υπομονετικά να φτάσει μέχρι την έκτη. Είναι σαν τα γρανάζια μιας μηχανής. Δεν τελειώνουν ποτέ και σε κάθε κίνηση έρχεται το επόμενο δόντι. Αέναο….
Ήταν ψηλότερος με μονίμως σκισμένα χείλη από το ξύλο που έτρωγε στο σπίτι. Έκανε παρέα με μεγαλύτερους ομοίους του. Κυκλοφορούσαν με μπλούζες του ΠΑΟΚ και χτύπαγαν σκυλιά και γάτες στο δρόμο. Είχαν και αεροβόλα. Ο πατέρας του ήταν μπάτσος. Το ξαναλέω, δεν ήταν αστυνομικός, ήταν μπάτσος. Αυτός με άλλους σκότωσαν τη γάτα μου προκαλώντας μία τεράστια σχεδόν ανεπανόρθωτη ζημιά. Με χλεύαζε για πολλά. Κυρίως έλεγε ότι δεν είμαι Ελληνίδα. “Θα σε κάνω σαπούνι…” … “Κωλογερμανάκι…” … “Σκατοπόντια” … “Τι όνομα είναι αυτό;” … “Τι έχει το μάτι σου; Θα σου μαυρίσω και το άλλο” … “Χοντρομύτα” … Το μικρό του όνομα ήταν Αντρέας.
Πόσες φορές έχετε κάνει λάθος πρόβλεψη ερμηνεύοντας συμπεριφορές και body language ενός παιδιού; Ακόμα κι αν ήσασταν παιδί; Θα σας πω εγώ. Καμία. Θυμηθείτε τον αληταρά του σχολείου και αν τον βλέπετε ακόμα και σήμερα θα καταλάβετε πολλά. Μερικοί αλλάζουν αλλά οι περισσότεροι μένουν ίδιοι. Έτσι κι αυτός. Η μόνη βελτίωση που παρουσίασε ήταν το επίπεδο της αληταρίας μέχρι που είχε εμπλοκές με τις αρχές.
Θεσσαλονίκη, πολλά χρόνια μετά, πλατεία Αριστοτέλους, χειμώνας, πρωί. Απολαμβάνω τον καφέ μου μόνη μου διαβάζοντας ένα σύγγραμμα. Φοράω το μπλε ταγιέρ μου, με άσπρο πουκάμισο, ένα φουλάρι, τις γόβες μου και τα γυαλιά πρεσβυωπίας που ξεκίνησε κάπως νωρίς. Μπαίνει μέσα. Δυσκολεύομαι να τον αναγνωρίσω αλλά το pattern στο περπάτημα και στην ομιλία είναι ίδιο. Ανάβει τσιγάρο και αρχίζει τη συζήτηση με το φίλο του. Αντρέας. 90% match. Παρατάω το διάβασμα ενώ παριστάνω ότι διαβάζω. Θέλω να ακούσω. Θέμα συζήτησης ο ΠΑΟΚ. 95% Match. Θα το ρισκάρω. Αλλάζω τραπέζι και τηλεφωνώ στη Σάρα. Η συνομιλία θα γίνει στα Γερμανικά. Θέλω να καταλάβει ότι είμαι ξένη. Επιτέλους με είδε και ξεκίνησε η αλητεία.
“Τι πάτος είναι αυτός;” … “Την ξέσκιζα ευχαρίστως την κωλογερμανίδα” … “Να τη βάλω κάτω να την αρχίσω στα χαστούκια” 99% Match. Τώρα δεν πρόκειται να φύγω. Κάνω νόημα στον σερβιτόρο. “Ένα τοστ ζαμπόν τυρί παρακαλώ και ένα εσπρέσο σκέτο ακόμα” στα Ελληνικά. Ο αληταράς έμεινε άναυδος. Κατάλαβε ότι ξέρω ελληνικά. Έφαγα το τοστ και ήπια τον καφέ με δυο γουλιές. Πλήρωσα με μετρητά και άφησα 20 ευρώ tip. Επίτηδες.
“Αντρέα… Είμαι η Ασλάνα.” Σηκώθηκε όρθιος ασυναίσθητα. Σηκώνεται και ο φίλος του. Η Σάρα είναι ήδη δίπλα τους.
“Αντρέα… θα με κάνεις σαπούνι; Θα με ξεσκίσεις; Θα με πλακώσεις στα χαστούκια; Έλα έξω αν είσαι άντρας. Είστε δύο και είμαστε δύο. Πρώτη φορά fair play γιατί ήσουν πάντα σε αγέλη. Και ο κωλόμπατσος σίγουρα έχει πάρει σύνταξη.”
Κάτι πήγε να ψελλίσει και έφαγε ένα χαστούκι μέσα στο κατάστημα από τη Σάρα. Χαστούκι μπατσίνας που είναι μέσα στα σκατά. Επιτέλους είδα τα χείλη όπως όταν ήταν μικρός. 100% Match. Τώρα μάλιστα, σίγουρα είσαι ο Αντρέας.
Κάθισε κάτω ταπεινωμένος για μία ακόμα φορά στη ζωή του. Μια ζωή που εμείς δεν βλέπαμε. Και ξεκινάει.
“Ο μπάτσος ήταν πατριός μου. Κάθε μέρα ξύλο. Τα μεγαλύτερα παιδιά με είχαν δείρει πολλές φορές. Η ιδέα για τη γάτα σου ήταν της στιγμής. Πήγα φυλακή για εμπορία ναρκωτικών. Και ξέρεις τι γίνεται στη φυλακή… Ειδικά αν δώσεις και άτομα, όπως εγώ, ο κώλος γίνεται τεράστιος. Τι θες τώρα εσύ; Τι μπορείς να μου κάνεις; Τίποτα απολύτως. Ούτε δουλειά δεν έχω. Εσύ τι δουλειά κάνεις; Το φυσάς το χρήμα.”
“Εμείς οι δύο δεν χωράμε εδώ μέσα. Θα με βλέπεις και θα εξαφανίζεσαι. Το κατάλαβες;”
Πήρε μια χαρτοπετσέτα να σκουπίσει το σκισμένο χείλος του από το ομολογουμένως γερό χαστούκι. Έκανε νόημα στο σερβιτόρο να πληρώσει.
“Σήκω φύγε, θα τα πληρώσω εγώ” του είπα. Σηκώθηκε και έκανε να φύγει.
“Περίμενε… Πάρε 300 ευρώ να έχεις να τρως. Φαγητό, όχι καφέδες και τσιγάρα. Και να βρεις μια εργασία.”
Σάστισε… και τότε συνέβη το απροσδόκητο. Μία απίστευτη καρπαζιά από το φίλο του.
“Πάρτα ρε. Μόλις σε συγχώρεσε βλάκα. Ε βλάκα…”
Τον συνάντησα 4 χρόνια μετά στην Καλλιθέα στη Χαλκιδική. Ήταν σερβιτόρος. Τον βρήκα σε καλή κατάσταση. Μας σερβίρισε χωρίς πολλά πολλά. Λες και ήμασταν άγνωστοι. Τον φωνάζουμε για το λογαριασμό.
– Να κάτσω;
– Παρακαλώ.
– Η Porsche δικιά σου είναι;
– Ναι.
– Δεν μου είπες, τι δουλειά κάνεις;
– Γιατρός
– Χαίρομαι ειλικρινά. Και λυπάμαι.
– Αν δεν είχες σκοτώσει τη γάτα μου, δεν θα φεύγαμε για την Αμερική. Δεν θα ήμουν γιατρός. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού. Η εγκληματική σου ενέργεια προκάλεσε μία σειρά γεγονότων που ήταν επωφελής για εμένα. Εσύ βέβαια είχες δόλο και όχι καλές προθέσεις.
– Το τραπέζι είναι κερασμένο από μένα.
– Ευχαριστούμε αλλά είναι πολλά για ένα σερβιτόρο.
– Δικό μου είναι το κατάστημα. Με τα 300 ευρώ που μου έδωσες και λίγα δανεικά, πήρα ένα μηχανάκι της κακιάς ώρας και δούλεψα delivery. Μάζεψα χρήματα και πήρα με συνέταιρο αυτό το μαγαζί. Αυτός στην κουζίνα σεφ, εγώ στα τραπέζια.
– Αντρέα…έχεις ακόμα πρόβλημα με την καταγωγή μου, τη μύτη μου και τις φακίδες κάτω από το ένα μου μάτι;
– Περίμενε. Να φωνάξω στον συνέταιρο, τον σεφ. Θα καταλάβεις.
Ήταν ένας ακόμα συμμαθητής από το Δημοτικό. Θύμα και αυτός του Αντρέα. Οι άνθρωποι συγχωρούν. Το κατάλαβα το νόημα. Μεγαλώσαμε πια.
Το βράδυ πήγαμε ξανά. Μας έβαλε στο καλό τραπέζι. Στη μοναδική ροτόντα. Έκατσε μαζί μας και ήταν καλοντυμένος. Ο σεφ έφερνε ο ίδιος τα εξαιρετικά φαγητά. Περάσαμε μία υπέροχη βραδιά. Ο Αντρέας σώθηκε. Φεύγοντας και ξέροντας ότι η επόμενη συνάντηση είναι απίθανη, έσκυψε να μου φιλήσει το χέρι.
Τον άφησα. Του έριξα μια καρπαζιά κι εγώ…Γέλασε με την ψυχή του. Πρώτη φορά τον είδα να γελάει…
