Οι τρεις μάγισσες του Μπραχαμίου
της Βιτάλια Ζίμμερ.
Τρεις μάγισσες αντίκρισε ο Δίας στο σεργιάνι.
Τις είδε όραμα μπροστά του, τις έπλασε με μιας.
Τη μια την κράτησε για πάντα, μέχρι να ‘ρθεί η προφητεία.
Τις άλλες δυο τις έστειλε γαμπρούς να παν να βρούνε.
Γαμπρούς εβρήκαν τελικά και δυο τους από σπίτι.
Ασυρμάτιδα η πρώτη λέγονταν και ήταν όμορφη πολύ.
Μα μεσ’ το γάμο άλλον βρήκε κι ο Δίας τότε θύμωσε, την έκανε χωράφι.
Κατάρα κέρατα να φέρει μια ζωή, μεγάλα σαν κεραίες.
Κι εκεί το χώμα, χαρά να μην γευτεί, κουράδια σκύλων να μυρίζει.
Κι αν πάρουν τις κεραίες, δυο απ’ αυτές να μείνουν,
να ‘χεις τα κέρατα κι εσύ, σαν τον απατημένο άντρα.
Μα κι η άλλη, η δεύτερη, αυτή η Πικροδάφνη,
το σύζυγο επρόδωσε και γίνηκε χαμός μεγάλος.
Όλοι τσακώνονταν γι αυτή,
κι αυτή χασίσια έπινε και ξέρναγε όλη μέρα.
Ξανά ο Δίας θύμωσε, την έκανε ένα ρέμα,
κανείς να μην μπορεί, κουμάντο να της κάνει.
Διχόνοια να ναι ο καρπός κι όχι νερό τρεχάτο.
Τσιμέντο να σε κάνουν να πάψεις να ανασαίνεις.
Την τρίτη την εκράτησε για πάντα στο κρεββάτι.
Κι όταν ο νιος προφήτης πρόβαλε κι άλλαξε το σύμπαν,
σε τάφρο την εκοίμισε χιλιάδες χρόνια δύο.
Εσύ γλυκιά δεν πρόδωσες, τον κόσμο θα σου φέρω.
Θα σ’ αγαπάνε όλοι, στο σπίτι σου θα ‘ρχόνται.
Θα σου προσφέρουν χρόνο και λεφτά και τα καλά τα όλα,
για αυτό και τ’ όνομά σου θα το πω, σε λένε Μετρομόλα.
