Φρέσκα

Έριδες κι αέρηδες…Το παλιό ποδήλατο

της Βιτάλια Ζίμμερ.

 

Εκεί έμενε μια φτωχή, πολύ φτωχή οικογένεια. Παππούς, γιαγιά, πατέρας, μάνα και αρκετά παιδιά. Κάθε μέρα έβγαιναν όλα μαζί να πάνε μαζί στο σχολείο, με τα μπαλωμένα μα πάντα καθαρά ρούχα τους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν 50 χρόνια πίσω, αλλά είχαν όλοι ένα λαμπερό χαμόγελο. Δεν είχαν ούτε ρεύμα, ούτε όλα τα αγαθά του ηλεκτρισμού. Τα παιδιά έβγαιναν στην αυλή και έπαιζαν παιχνίδια ομαδικά. Κρυφτό, κυνηγητό και ότι τους έρχονταν στο κεφάλι. Τα μεγάλα, πρόσεχαν τα μικρά. Ήταν πάντα κεφάτα και όταν φώναζε η μάνα τους για φαγητό, έμπαιναν όλα μέσα σαν μυρμήγκια σε τάξη. Χωρίς ανταγωνισμό, χωρίς τίποτα. Μόνο ένα μητρικό πρόσταγμα αρκούσε.

Κάθε μέρα ο παππούς έπαιρνε το ποδήλατο και πήγαινε να βοηθήσει το γιό του στη δουλειά. Τσαγκάρηδες ήταν και οι δυο. Ένα κατάστημα σε ένα απόμερο σημείο ήταν όλο κι όλο. Κι όταν ο παππούς έφυγε για ταξίδι μακρινό, το ποδήλατο έμεινε εκεί, να θυμίζει την ύπαρξή του, ότι κάποτε πάτησε στη γη κι αυτός.

Κι όταν η οικογένεια έφυγε, έμεινε εκείνο το σπίτι το ρημάδι και το ποδήλατο στην πόρτα. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να αγγίξει. Ώσπου ήρθε εκείνη η στιγμή που όλα θα γίνουν σκόνη.

Και πήρε κάποιος το ποδήλατο, την ψυχή του γέρου του τσαγκάρη να τη σώσει.