Η Βασιλικούλα
της Έφης Καραμιχάλη
Έτρεχε να γλυτώσει μέσα στα χωράφια. Άκουγε την αναπνοή του πίσω της, να πλησιάζει και παρακαλούσε μέσα της σ’ ένα θαύμα που θα την έσωζε για δεύτερη φορά από τα χέρια του.
Είχε πέντε μήνες που αρραβωνιάστηκε η Βασιλικούλα. Κοντοχωριανοί με τον Αναστάση. Εκείνη 16 και ο εκείνος 18 παπαδοπαίδι. Την πήρε από την μάνα της, ορφανή, μέσα στη φτώχεια μεγάλωνε, και την έφερε στη φαμίλια του με άλλα τέσσερα αδέλφια ,που τα δυο ήταν κορίτσια στην ηλικία της.
Χάρηκε στην αρχή γιατί βρήκε δυο κουνιάδες συνομήλικες και θα είχε τώρα και έναν πατέρα, μιας και τον δικό της δεν τον είχε γνωρίσει (είχε χαθεί στο αντάρτικο) Η παπαδιά πεθερά σκληρός άνθρωπος αυτή διαφέντευε όλους. Ο παπάς κοντά στα 50 του, λειτουργούσε στο χωριό του και σε άλλα δυο εκεί κοντά, είχε και κάποια χωραφάκια, θα τους έλεγες άνετους οικονομικά για κείνα τα χρόνια στα μέσα του »60. Την είχαν στο σπίτι σαν υπηρέτρια .
Εκείνη στα χωράφια, στα ζώα, στις δουλειές του σπιτιού και της εκκλησίας, Παιδί ήταν ακόμη η Βασιλικούλα. Μόλις 16. Ακόμη δεν την είχε ακουμπήσει ερωτικά ο Αναστάσης. Αρχές Αυγούστου είχε πανηγύρι το χωριό.Το βράδυ η πλατεία γεμάτη κόσμο, να χορεύουν, να τρώνε και να χαίρονται. Κάποια στιγμή την έστειλε η παπαδιά-πεθερά της, που πρωτοστατούσε στο γλέντι, να φέρει ένα ταψί από το σπίτι και εκείνη έφυγε τρέχοντας.
Τραγουδούσε στο δρόμο. Μοσχομύριζαν στις αυλές τα γεράνια και οι τριανταφυλλιές με τα νυχτολούλουδια ανθισμένα στους φράχτες! Για να γλυτώσει δρόμο διέσχισε τον αυλόγυρο της εκκλησίας. Μόνο τα καντήλια έφεγγαν μέσα στο σκοτάδι και τα τραγούδια από την πλατεία έσβηναν καθώς τα έπαιρνε το αεράκι της νύχτας.
Δεν τον είδε ούτε τον άκουσε. Τα χέρια του αισθάνθηκε μόνο που την άρπαξαν με βια και την βαριά του ανάσα που έψαχνε τα παιδικά της χείλη. Σαν να την παραμόνευε, σαν να την περίμενε. Όταν τον είδε μέσα στο μισοσκόταδο τον γνώρισε. Δάγκωσε τα χείλη της και δεν έβγαλε άχνα. Με όση δύναμη είχαν τα παιδικά της χέρια τον έσπρωξε και άρχισε να τρέχει.
Γύρισε σπίτι και κλείδωσε την πόρτα. Τότε κατάλαβε ότι από τα χείλη της έτρεχε αίμα. Ο Αναστάσης που ήρθε αργότερα να την ψάξει την βρήκε να κλαίει. Έπεσε και χτύπησε του είπε. Και για το συμβάν δεν είπε τίποτα ποτέ σε κανέναν.
Δεν ήταν όμως πια η ίδια. Τώρα πήγαινε πιο συχνά στη μάνα της και έμενε περισσότερες μέρες. Όταν γυρνούσε στα πεθερικά δεν μιλούσε πολύ και φαινόταν ότι κάτι είχε. Η παπαδιά το καταλάβαινε, άλλα δεν την ρωτούσε, μόνο άρχισε σιγά σιγά να συζητάει για γάμο πριν φύγει για φαντάρος ο γιος της. Έτσι κι’ αλλιώς αυτή αποφάσιζε για όλα. Αργότερα έλεγε η Βασιλικούλα, ότι ήταν η παπαδιά που αποφάσισε να την κάνει νύφη. Υπηρέτρια ήθελε στο σπίτι και ο γιος την έφερε. .
Είχαν περάσει σχεδόν δυο μήνες από εκείνη την νύχτα. Θα ήταν τέλος Σεπτέμβρη. Είχαν έναν αμπελώνα έξω από το χωριό. Πήγαιναν στον τρύγο μαζί με τον Αναστάση από το πρωί και γυρνούσαν το βράδυ. Μια από εκείνες τις μέρες, την άφησε στο χωράφι κι’ έφυγε. Τον χρειαζόταν η μάνα του. Θα γυρνούσε είπε να την πάρει. Σκυμμένη όπως ήταν, σαν κάτι ν’ άκουσε και σηκώθηκε να δει ποιος είναι. Τον είδε να έρχεται. Πάλι μόνη της! Τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και κοίταζε γύρω της απεγνωσμένα ψάχνοντας από που μπορούσε να φύγει.
Δεν πρόλαβε. Την άρπαξε και την κόλλησε επάνω του. Ένας θόρυβος όμως που ακούστηκε τον έκανε να σταματήσει και η Βασιλικούλα κατάφερε να του ξεφύγει για δεύτερη φορά και άρχισε πάλι να τρέχει. Άκουγε την ανάσα του που πλησίαζε και τον ήχο από τα ράσα του που σκιζόντουσαν, καθώς πιάνονταν στα σύρματα του αμπελώνα. Την φώναζε αλλά εκείνη έτρεχε μ’ όλη της τη δύναμη και προσευχόταν μέσα της να την σώσει κάποιος.
Σκεφτόταν αυτούς τους δυο μήνες που πέρασε στο ίδιο σπιτικό μαζί του. Να τον βλέπει και να κρύβεται. Να κλειδώνει την κάμαρα της όταν ήταν μόνη. Να την στέλνει η παπαδιά μαζί του για δουλειές και εκείνη να βρίσκει δικαιολογίες για να τον αποφύγει. Και εκείνα τα μάτια του πάντα επάνω της,σαν να ήθελαν να την κατασπαράξουν.
Έτρεχε η Βασιλικούλα… και αυτός από πίσω. Έφτασε πια στο τελείωμα του χωραφιού και βγήκε στο δρόμο, ευτυχώς, ακριβώς την ώρα που περνούσε ένας χωριανός με το κάρο του. Είδε την δεκαεξάχρονη αλαφιασμένη και από πίσω της να τρέχει ο παπάς του χωριού με τα σκισμένα ράσα.
Μαθεύτηκε σε όλο το χωριό. Η παπαδιά την καταριόταν και έριχνε το φταίξιμο πάνω της για το ρεζίλεμα της οικογένειας…έπρεπε να το κρύψουν έλεγε….να μην μαθευτεί. Προσπάθησε να δικαιολογήσει και τον παπά όταν το έμαθε ο Μητροπολίτης που τον κάλεσε σε απολογία, αλλά δεν τα κατάφερε.
Αυτός (αντί να τον »ξυρίσει») τον έστειλε »εξορία» σ’ ένα ξερονήσι με 50 κατοίκους και έμεινε εκεί σχεδόν 45 χρόνια μέχρι που πέθανε! Η Βασιλική έφυγε με την μάνα της στη Γερμανία. Μετά το στρατό πήγε και ο Αναστάσης. Την αγαπούσε. Παντρεύτηκαν. Γύρισαν μετά από λίγα χρόνια με τρία παιδιά και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη.
Δεν τον ξαναείδε ποτέ από τότε. Δεν πήγε ούτε στην κηδεία του. Όταν η παπαδιά έμεινε μόνη και κατάκοιτη για σχεδόν 5 χρόνια και καμία κόρη δεν την ήθελε, η Βασιλική ήταν αυτή που την »κοίταξε». Λίγο πριν πεθάνει της εξομολογήθηκε ότι το είχε ξανακάνει αυτό ο παπάς σε μια συγχωριανή αλλά κατάφεραν τότε να το κουκουλώσουν. Της ζήτησε συγνώμη. Αλλά δεν είχε πια καμία αξία!
Σε όλη της την ζωή η Βασιλική μια ανάσα άκουγε πίσω της και για χρόνια ένας ρασοφόρος την κυνηγούσε στον ύπνο της και τότε ξυπνούσε έντρομη!…και το σημάδι στα χείλη δεν την άφηνε να ξεχάσει!

Christina’s World πίνακας ζωγραφικής που δημιουργήθηκε το 1948 από τον Αμερικανό ζωγράφο Άντριου Γουάιεθ. Το έργο αυτό έχει γίνει με ρεαλιστικό ύφος, το οποίο ονομάζεται μαγικός ρεαλισμός. Ο πίνακας εκτίθεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, ως μέρος της μόνιμης συλλογής του (https://en.wikipedia.org/wiki/Christina%27s_World).