Φρέσκα

Έριδες κι αέρηδες…ο υιός

Της Βιτάλια Ζίμμερ.

Πέρασαν χρόνια που δεν είχε νέα του. Δεν ξέρει που είναι τώρα. Είναι τουλάχιστον 20 χρόνια που έχασε τη ίχνη του. Κάποιοι λένε ότι βρίσκεται στο εξωτερικό. Κάποιοι άλλοι ότι τον μαχαίρωσαν όταν πήγε στα καράβια. Σταμάτησε να τον αναζητά, φανερά τουλάχιστον. 

[πριν 20 χρόνια] 

Κάθε απόγευμα πήγαινε στο καφενείο της γειτονιάς. Έπινε τον καφέ του και έπαιζε πρέφα. Ένα απόγευμα, όλα θα αλλάξουν. Η κοπέλα που εργαζόταν έμεινε έγκυος και έφυγε. Στη θέση της ήρθε μία άλλη, πολύ όμορφη. Μοιραία άρχισαν τα σχόλια μεταξύ των αντρών που ήταν αποκλειστικοί θαμώνες του καφενείου. «Μωρέ Γιάννη μου εσύ μπορείς να την κάνεις καλά;»  Ο ένας πείραζε τον άλλον με υπονοούμενα για την ικανότητα στύσης στην ηλικία τους. Κι ενώ έπιναν και γελούσαν, τα πάντα σταμάτησαν. Ακόμα και ο χρόνος. «Ρε συ αυτή σηκώνει το πουλί νεκρού, ακόμα και του γιου σου του πούστη». 

Τα γέλια σταμάτησαν απότομα. Όπως σταματάει το σώμα του ανθρώπου όταν πέφτει από ψηλά και προσκρούει στη γη. Ακαριαίος θάνατος. Πάγωσε, έμεινε ακίνητος ενώ οι χτύποι της καρδιάς του ήταν πιο γρήγοροι όσο ποτέ. Ένα μούδιασμα στο αριστερό του χέρι τον έκανε να νιώσει μεγάλη δυσφορία. Σηκώθηκε με δυσκολία προσπαθώντας να κρύψει την έκπληξη και την αδυναμία του. Μόλις βγήκε έξω από το καφενείο, αισθάνθηκε ξανά οξυγόνο.  

Έφτασε στο σπίτι με αργά βήματα. Μπαίνει μέσα και βρίσκει τη γυναίκα του, την κόρη του και το γιο του. Κατευθείαν στην τουαλέτα. Ρίχνει πολύ νερό στο πρόσωπό του για να συνέλθει. Αρχίζει να βήχει χωρίς σταματημό. Βίαιος βήχας άγχους. Ακολουθεί ο έμετος. Η γυναίκα του ανησύχησε. Μπήκε στο μπάνιο και τον βρήκε γονατισμένο εμπρός στη λεκάνη, κατακόκκινο και να τρέχουν τα σάλια του.  

Αφού συνήλθε κάθισε στο σαλόνι αμίλητος για πολύ ώρα. Έδειχνε να παρακολουθεί τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Μόλις πέρασε μισή ώρα, πιάνει το τηλεκοντρόλ και κλείνει την τηλεόραση. Τότε γυρνάει το κεφάλι του προς την κόρη του. «Πες μου τουλάχιστον ότι εσύ δεν είσαι λεσβία» και έφυγε και κλείστηκε στο δωμάτιό του. 

Ακολούθησε οικογενειακή σύρραξη. Το μυστικό δεν ήταν πια μυστικό. Το ήξεραν όλοι εκτός από εκείνον. 

Το ίδιο βράδυ ο γιος του έφυγε από το σπίτι με ένα backpack και λίγα ρούχα μέσα του. Η αδερφή του έκλαιγε και του έπιανε το πόδι σερνάμενη στο πάτωμα, για να μην φύγει. «Βασίλη όχι…Βασίλη σε παρακαλώ…Βασίλη σε ικετεύω…» Μην μπορώντας να τον σταματήσει σηκώθηκε έπιασε την τσάντα της και του έδωσε ότι χρήματα είχε. 

Ο Βασίλης έφυγε … 

Συνεχίζεται….